Στο ποίημα

Ποίηση / Φθινόπωρο 2026

Καφές
Αθανασίας

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης

«Ήταν καφές αθανασίας,
κερασμένος.»

Στο τραπέζι του ποιήματος
Μια άδεια ξύλινη καρέκλα μπροστά σε φλιτζάνια καφέ, ενώ στο βάθος ενός παλιού καφενείου οι θαμώνες συζητούν στο ζεστό φως.
Μια θέση άδεια. Μια προσφορά που συνεχίζεται.

01 / Το ελληνικό πρωτότυπο

Καφές
Αθανασίας

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης

Αναθεωρημένο κείμενο
17 Οκτωβρίου 2026

Στο λαϊκό το καφενείο κέρασαν τους θαμώνες καφέ βαρύ, πικρό.

Και σμίγοντας τα μέλη -ένας λιγότερος- το έμαθαν: ο γνωστός θαμώνας Κ. πια δε θα φανεί.

Πια τον Κ. το χώμα τον σκεπάζει.

Μερικά δάκρυα κύλησαν στα χαραγμένα απ' το χρόνο μάγουλά τους.

Αυτός δεν ήταν -απλώς- ένας καφές παρηγοριάς.

Έτσι που μερίμνησε ο Κ...

Ήταν καφές αθανασίας, κερασμένος.

Αυτός άφησε στους συγγενείς το κομπόδεμα, να κεράσουν. Και τώρα και στα μνημόσυνα.

Σα νά 'λεγε στους θαμώνες:

Τώρα είστε λιγότεροι εκεί, μα την αθανασία μου να πλέκετε -συνδαιτυμόνες μου- με θύμησες και λόγια.

Κι έτσι δε θα χαθώ. Ποτέ.

Κι έτσι δεν πέθανα. Ποτέ.

Κι έτσι ανάμεσά σας θα τριγυρνώ. Επ' άπειρον.

Στον έναν ή τον άλλο σας λόγο.

Η τελευταία εκδοχή που παρέδωσε ο δημιουργός στις 17 Οκτωβρίου και ενέκρινε για την έκδοση στις 18 Οκτωβρίου 2026. Διατηρούνται η στίξη και οι αλλαγές στίχων· διορθώνεται μόνο ο τονισμός στο «μάγουλά τους».

02 / Διαδραστική εικαστική ανάγνωση

Στο ίδιο
τραπέζι.

Η κενή θέση, το κέρασμα, οι θύμησες και ο λόγος. Επίλεξε μια όψη για να ακολουθήσεις τη μεταμόρφωση της απουσίας σε σχέση.

01 / Εικαστική ανάγνωση

Ένας λιγότερος

-ένας λιγότερος-

Το σμίξιμο της παρέας αποκαλύπτει την έλλειψη. Η θέση του Κ. παραμένει μέρος της σχέσης τους, ακόμη και άδεια.

Η κενή καρέκλα είναι εικαστική ερμηνεία της απουσίας. Οι τέσσερις όψεις φωτίζουν διαφορετικές σχέσεις μέσα στην ίδια σκηνή.

03 / Εις βάθος ερμηνευτική μελέτη

Ο απόντας οικοδεσπότης.
Η αθανασία του λόγου.

Δέκα αναγνώσεις για τη μέριμνα, την κοινότητα, τη φωνή και την εύθραυστη υπόσχεση της μνήμης.

01

Η μεγάλη λέξη στο μικρό φλιτζάνι

Ήταν καφές αθανασίας, κερασμένος.

Ο τίτλος τοποθετεί δίπλα δίπλα δύο διαφορετικές κλίμακες: τον καθημερινό καφέ και την αθανασία. Η πρώτη είναι υλική, επαναλαμβανόμενη, προσιτή· η δεύτερη ανοίγει έναν ορίζοντα χωρίς τέλος. Η ιστορία τις συνδέει μέσα από μια χειρονομία φιλοξενίας. Το φλιτζάνι προσφέρει τον συγκεκριμένο τόπο όπου η μεγάλη αφηρημένη έννοια μπορεί να γίνει ανθρώπινη εμπειρία.

Η γεύση δηλώνεται πριν από την είδηση του θανάτου: «βαρύ, πικρό». Τα επίθετα μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά, ως χαρακτηριστικά του καφέ, ενώ η συνέχεια τους δίνει συναισθηματική αντήχηση. Η πίκρα προηγείται της γνώσης της απώλειας. Αυτή η μικρή αφηγηματική καθυστέρηση επιτρέπει στον αναγνώστη να αισθανθεί το βάρος της σκηνής πριν του εξηγηθεί.

Το «κερασμένος» μένει μόνο του στον στίχο. Στην οικονομία της στροφής, η προσφορά είναι το ουσιαστικό συμπλήρωμα της αθανασίας: κάποιος πλήρωσε για να βρεθούν οι άλλοι μαζί. Ο νεκρός αποκτά μεταθανάτια παρουσία μέσα από μια πράξη που έχει ήδη προετοιμάσει.

02

Το καφενείο ως κοινότητα προσώπων

Και σμίγοντας τα μέλη -ένας λιγότερος-

Το «λαϊκό» τοποθετεί τη σκηνή σε έναν κοινό, οικείο κοινωνικό χώρο. Η φράση δεν αρκεί για να προσδιορίσει επάγγελμα, εισόδημα ή συγκεκριμένο τόπο των θαμώνων. Κατευθύνει, ωστόσο, την ανάγνωση προς μια καθημερινότητα όπου η οικειότητα σχηματίζεται με την επανάληψη της παρουσίας: ο θαμώνας είναι εκείνος που ξαναέρχεται και αναγνωρίζεται.

Με τη λέξη «μέλη» η συνάθροιση αποκτά συνοχή. Το καφενείο μπορεί να διαβαστεί ως ένα κοινωνικό σώμα που αντιλαμβάνεται πως του λείπει ένα πρόσωπο. Η παρένθετη φράση «-ένας λιγότερος-» διακόπτει το σμίξιμο: η πράξη της συγκέντρωσης περιέχει ήδη το μέτρημα της έλλειψης.

Το αρχικό «Κ.» περιορίζει τη δημόσια ταυτοποίηση, ενώ το «γνωστός» βεβαιώνει την εσωτερική αναγνώριση. Για εμάς μένει ένα γράμμα· για την παρέα είναι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος. Η αντίθεση αυτή δεν χρειάζεται υποθετική βιογραφία ούτε παραπομπή σε άλλον λογοτεχνικό Κ. για να λειτουργήσει. Η αφήγηση δείχνει μια οικειότητα στην οποία ο αναγνώστης εισέρχεται χωρίς να κατέχει όλες τις λεπτομέρειές της.

03

Το χώμα και τα πρόσωπα που κρατούν τον χρόνο

Πια τον Κ. το χώμα τον σκεπάζει.

Η σύντομη δήλωση για το χώμα σταματά την προηγούμενη κίνηση της είδησης. Το «δε θα φανεί» μπορούσε ακόμη να ακουστεί ως αναμονή που διαψεύδεται. Τώρα η αιτία γίνεται σωματική και οριστική. Η προταγμένη αναφορά στον Κ. και η επανάληψή της με το «τον» δίνουν στον στίχο τον τόνο προφορικής διαπίστωσης: ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται πια κάτω από το χώμα.

Τα δύο κοντινά «πια» επιμένουν στη μεταβολή του χρόνου. Υπάρχει ένα πριν, στο οποίο η εμφάνισή του ήταν μέρος της συνήθειας, και ένα τώρα, στο οποίο η συνήθεια πρέπει να περιλάβει την απουσία. Η επανάληψη βαραίνει τον ρυθμό· μπορεί να ακουστεί ως επίμονη παραδοχή μιας αλήθειας που δεν αφομοιώνεται αμέσως.

Τα «χαραγμένα απ’ το χρόνο» μάγουλα μεταφέρουν τη διάρκεια πάνω στα σώματα των ζωντανών. Το δάκρυ ακολουθεί μια ήδη σημαδεμένη επιφάνεια. Η σκηνή παραμένει χαμηλόφωνη: «μερικά δάκρυα», χωρίς εκτεταμένο θρήνο ή ρητορική απαρίθμηση αρετών. Η φθορά γίνεται κοινός όρος του απόντος και εκείνων που τον θυμούνται.

04

Το κομπόδεμα και η υλική δυνατότητα της μνήμης

Αυτός άφησε στους συγγενείς το κομπόδεμα, να κεράσουν.

Το «κομπόδεμα» φέρνει στην αφήγηση την κλίμακα μιας προσωπικής αποταμίευσης. Η λέξη επιτρέπει να αισθανθούμε κάτι που συγκεντρώθηκε και φυλάχτηκε, χωρίς το κείμενο να μας δίνει ποσό ή να επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα για την περιουσία του Κ. Η αξία του αποκτά εδώ προορισμό: να μετατραπεί σε κοινό χρόνο γύρω από τον καφέ.

Οι συγγενείς γίνονται οι ενδιάμεσοι μιας πράξης φροντίδας. Ο Κ. δεν μπορεί πια να σερβίρει ή να πληρώσει ο ίδιος, αλλά η μέριμνά του εξακολουθεί να παράγει αποτέλεσμα. Η φιλοξενία διανέμεται ανάμεσα στην προηγούμενη πρόθεσή του, στην ενέργεια των συγγενών και στην αποδοχή των θαμώνων.

Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή τη σχέση οικονομία του δώρου: μια προσφορά που δημιουργεί ή συντηρεί δεσμό. Πρόκειται εδώ για ερμηνευτικό εργαλείο, όχι για τεκμηρίωση συγκεκριμένου εθίμου. Το ποίημα δεν περιγράφει συμφωνία εξαγοράς της μνήμης. Δείχνει, όμως, ότι η ανάμνηση έχει συχνά υλικές αφορμές και χρειάζεται χώρο, χρόνο και ανθρώπους που συναντιούνται.

05

Από το σημερινό κέρασμα στην επανάληψη

Και τώρα και στα μνημόσυνα.

Ο στίχος επεκτείνει μια μεμονωμένη πράξη σε μια ακολουθία μελλοντικών συναντήσεων. Το διπλό «και» προσθέτει χρόνους χωρίς να ιεραρχεί την αξία τους: το παρόν της είδησης και οι κατοπινές τελετές μνήμης ανήκουν στην ίδια μέριμνα. Δεν προσδιορίζεται πόσες φορές ή για πόσα χρόνια θα συνεχιστεί το κέρασμα.

Στη δραματουργία του ποιήματος, η τελετουργία είναι η δυνατότητα να επιστρέφει η κοινότητα στη σχέση της με τον απόντα. Η μνήμη δεν εξαντλείται σε μια εσωτερική εικόνα που κατέχει ο καθένας μόνος του. Αποκτά συλλογική μορφή με το σμίξιμο, την προσφορά και τα λόγια που κυκλοφορούν.

Το «δεν ήταν -απλώς- / ένας καφές παρηγοριάς» διατηρεί την παρηγοριά ως ένα πρώτο νόημα και προσθέτει ένα δεύτερο. Η ανακούφιση των ζωντανών συνδέεται με τη συνέχιση της παρουσίας του νεκρού. Η θρησκευτική λέξη «μνημόσυνα» παραμένει στον ορίζοντα της σκηνής, ενώ η εξήγηση της ποιητικής αθανασίας ολοκληρώνεται στην ανθρώπινη συνομιλία. Το κείμενο δεν διατυπώνει θεολογική απόδειξη ή άρνηση.

06

Ο απόντας οικοδεσπότης αποκτά φωνή

Σα νά 'λεγε στους θαμώνες:

Το «Σα νά ’λεγε» είναι το κατώφλι μιας προσωποποιίας: η αφήγηση παραχωρεί υποθετικά φωνή σε κάποιον που δεν μπορεί πλέον να μιλήσει. Η διατύπωση διατηρεί την απόσταση ανάμεσα στο συμβάν και στη φανταστική ομιλία. Η φωνή δεν παρουσιάζεται ως καταγεγραμμένο μήνυμα, διαθήκη ή υπερφυσική εμφάνιση.

Ο δημιουργός έχει διευκρινίσει ότι αντιλαμβάνεται τον Κ. ως οικοδεσπότη χωρίς πια την υλική του παρουσία. Η προσφώνηση «-συνδαιτυμόνες μου-» δίνει σε αυτή την πρόθεση γλωσσική μορφή. Οι άνθρωποι που ο αφηγητής ονομάζει θαμώνες ονομάζονται τώρα από τον ίδιο τον Κ. συνομιλητές και συνδαιτυμόνες. Η κτητική αντωνυμία δηλώνει έναν προσωπικό δεσμό που συνεχίζει να διεκδικείται.

Στο «εκεί» ακούγεται η απόσταση του απόντος από τον χώρο της παρέας. Στο «μου» η απόσταση μικραίνει. Το ποίημα κρατά μαζί αυτές τις δύο κινήσεις: ο Κ. δεν καταλαμβάνει πλέον τη θέση του στο καφενείο, αλλά εξακολουθεί να μιλά μέσα στη σχέση που είχε με τους ανθρώπους του.

07

Ποιος πλέκει την αθανασία;

Τώρα είστε λιγότεροι εκεί, μα την αθανασία μου να πλέκετε

Το «λιγότεροι» επιστρέφει στο αρχικό «ένας λιγότερος», αυτή τη φορά μέσα στην υποθετική φωνή του Κ. Ο ίδιος αναγνωρίζει το κενό του. Γι’ αυτό η συνέχεια δεν ξεκινά από μια εύκολη παραγνώριση του θανάτου: προηγείται η παραδοχή πως οι συγκεντρωμένοι έχουν πραγματικά μειωθεί.

Η μεταφορά της ύφανσης μεταφέρει την αθανασία από την κατοχή στην πράξη. Το «να πλέκετε» έχει διάρκεια: η μνήμη χρειάζεται να ξαναγίνεται, να συνδέει περιστατικά και λόγια, να περνά από τον έναν στον άλλο. Το κείμενο δεν λέει «την αθανασία μου την έφτιαξα». Η ολοκλήρωσή της ανατίθεται στους ζωντανούς.

Το «μα» στρέφει την αναγνώριση της απώλειας προς μια παρακαταθήκη. Στη φράση μπορούν να ακουστούν μαζί η εμπιστοσύνη προς τους φίλους και η αγωνία να μη χαθεί κανείς από τη μνήμη τους. Η φροντίδα και η επιθυμία επιβίωσης συνυπάρχουν. Αυτή η ανθρώπινη διπλότητα κρατά τη σκηνή ανοιχτή και εμποδίζει την εξιδανίκευση του Κ. σε αφηρημένο σύμβολο.

08

Η επωδός και οι χρόνοι του ρήματος

Κι έτσι δε θα χαθώ. Ποτέ. Κι έτσι δεν πέθανα. Ποτέ.

Το ποίημα κινείται σε ελεύθερο στίχο, με προφορικές φράσεις και άνισες στροφικές ενότητες. Ο ρυθμός οργανώνεται κυρίως από τις παύσεις, τις επαναλήψεις και τις μεταβολές του μήκους. Οι παρενθετικές παύλες ανοίγουν μικρούς χώρους επιμονής: η έλλειψη, το «απλώς», η προσωπική προσφώνηση.

Η αναφορά —η επανάληψη μιας έκφρασης στην αρχή διαδοχικών ενοτήτων— οργανώνει εδώ τα τρία «Κι έτσι». Το «έτσι» τα συνδέει αιτιακά με όσα προηγήθηκαν: επειδή θα πλέκετε τη μνήμη με λόγια, η απώλεια δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο. Τα απομονωμένα «Ποτέ» λειτουργούν ως σύντομη επωδός, σαν απάντηση που επιβεβαιώνει κάθε δήλωση.

Οι χρόνοι σχηματίζουν μια ιδιαίτερη κίνηση. Το «δε θα χαθώ» προβάλλει τη διατήρηση στο μέλλον. Το «δεν πέθανα» επιστρέφει ποιητικά στο συντελεσμένο γεγονός και το αναδιατυπώνει. Το «θα τριγυρνώ» δίνει στη συνέχεια διάρκεια και κίνηση. Η ήδη ρητή αναφορά στο χώμα παραμένει ενεργή· η αναίρεση αφορά το επίπεδο της σχεσιακής και μνημονικής παρουσίας.

09

Το άπειρο καταλήγει στον λόγο

Στον έναν ή τον άλλο σας λόγο.

Το «Επ’ άπειρον» είναι η πιο αφηρημένη και υφολογικά υψηλή διατύπωση του τέλους. Η τελική προσθήκη την προσγειώνει σε κάτι πολύ μικρότερο και συγκεκριμένο: σε μια κουβέντα που θα ειπωθεί. Το ποίημα αφήνει την απόλυτη έκταση του χρόνου να στηριχθεί σε μια πεπερασμένη ανθρώπινη πράξη.

Ο διασκελισμός —η συνέχιση της σύνταξης πέρα από το τέλος ενός στίχου— κρατά για λίγο μετέωρο το «Στον έναν ή τον άλλο σας». Η λέξη που θα ολοκληρώσει τη φράση έρχεται μόνη της: «λόγο». Η οπτική απομόνωση και η καθυστέρηση της ανάγνωσης δίνουν στη λέξη τη θέση του τελικού στηρίγματος.

Ο «λόγος» μπορεί εδώ να χωρέσει μια αναφορά, μια διήγηση ή μια φράση που ξαναφέρνει τον Κ. ανάμεσα στους άλλους. Η ανάγνωση δεν χρειάζεται να αποδώσει στη λέξη θεολογικό κεφαλαίο Λ. Ο ενικός κρατά την απλότητα της περίστασης, ενώ το «έναν ή τον άλλο» αφήνει ανοιχτό ποιος θα μιλήσει και πότε. Η αθανασία εξαρτάται από την ανανέωση αυτής της δυνατότητας.

10

Η δύναμη της σκηνής και η εύθραυστη υπόσχεση

με θύμησες και λόγια.

Το ιδιαίτερο εύρημα του ποιήματος είναι ότι η συνέχεια της σχέσης περνά μέσα από μια πρακτική μέριμνα. Το κομπόδεμα, ο καφές και οι συγγενείς δίνουν στη μνήμη συγκεκριμένη διαδρομή. Η συγκίνηση στηρίζεται στη δυνατότητα ενός συνηθισμένου ανθρώπου να παραμείνει οικοδεσπότης για λίγο ακόμη, μέσα στις πράξεις των άλλων.

Η επανάληψη του τέλους κινδυνεύει να ακουστεί ρητορική αν η ανάγνωση επιβάλει διαρκή έξαρση. Η τελευταία, μικρή φράση προσφέρει ένα αντίβαρο. Σε μια χαμηλόφωνη απαγγελία, τα «Ποτέ» μπορούν να κρατήσουν την ένταση της επιθυμίας και ο τελικός «λόγος» να επιστρέψει στη φυσική κλίμακα της κουβέντας του καφενείου.

Η υπόσχεση δεν είναι ανεξάρτητη από εκείνους που μένουν. Οι ίδιοι φέρουν ήδη τον χρόνο στα πρόσωπά τους. Αυτή η εύθραυστη συνθήκη προσθέτει βάθος στο «Επ’ άπειρον»: η φωνή επιθυμεί κάτι απόλυτο και το εμπιστεύεται σε θνητούς ανθρώπους. Το ποίημα μπορεί έτσι να διαβαστεί ως πράξη εμπιστοσύνης στην κοινότητα, με πλήρη παρουσία της απώλειας μέσα της.

Ο διάλογος της έκδοσης

Η πρόθεση του δημιουργού

Ο Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης διευκρίνισε ότι ο Κ. νοείται και ως οικοδεσπότης χωρίς πια την υλική του παρουσία. Η μελέτη στηρίζεται σε αυτή τη διευκρίνιση και στην τελική αναθεώρηση του ποιήματος.

Οι υπόλοιπες αναγνώσεις —η οικονομία του δώρου, η σχεσιακή παρουσία και η εύθραυστη υπόσχεση του τέλους— αποτελούν ερμηνευτικές προτάσεις του ChatGPT. Δεν αποδίδεται συγκεκριμένη βιογραφική ταυτότητα στον Κ.

Μικρό λεξιλόγιο της ανάγνωσης
Προσωποποιία
Η υποθετική απόδοση φωνής σε ένα απόν ή νεκρό πρόσωπο. Εδώ σηματοδοτείται με το «Σα νά ’λεγε».
Αναφορά / επωδός
Η αναφορά επαναφέρει λέξεις στην αρχή διαδοχικών ενοτήτων· η επωδός λειτουργεί σαν επανερχόμενη απάντηση. Στο ποίημα: «Κι έτσι» και «Ποτέ».
Διασκελισμός
Η συντακτική φράση συνεχίζεται στον επόμενο στίχο, καθυστερώντας την ολοκλήρωσή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελικό «λόγο».
Σχεσιακή παρουσία
Ερμηνευτικός όρος για την παρουσία που συνεχίζει να υπάρχει μέσα στους δεσμούς, στις πράξεις και στις αφηγήσεις των άλλων.
Οικονομία του δώρου
Εδώ, ένας τρόπος να διαβάσουμε την προσφορά ως δημιουργία και συντήρηση δεσμού, χωρίς να υποθέσουμε ρητή συναλλαγή ή συγκεκριμένη εθνογραφική καταγωγή.
Πηγές, κείμενο και εικαστικό

Πρωτογενές υλικό: το ποίημα και ο διάλογος με τον δημιουργό στις 17–18 Οκτωβρίου 2026. Η ανάλυση αποτελεί ανάγνωση του συγκεκριμένου κειμένου, χωρίς ισχυρισμό ιστορικής ή εθνογραφικής τεκμηρίωσης των εθίμων που ανακαλεί.

Η ημερομηνία αφορά την αναθεώρηση και την παρούσα ψηφιακή έκδοση· δεν προσδιορίζει την αρχική σύνθεση. Οι μεταφράσεις και οι ελεύθερες αποδόσεις συντάχθηκαν από το ChatGPT για αυτή την έκδοση.

Το εικαστικό δημιουργήθηκε με το ImageGen. Η οδηγία ζητούσε ένα λαϊκό ελληνικό καφενείο, ηλικιωμένους θαμώνες, καφέ και μια άδεια καρέκλα στο ζεστό φως. Η καρέκλα και η συγκεκριμένη όψη του χώρου αποτελούν εικαστικές επιλογές, όχι πρόσθετα γεγονότα του ποιήματος.

04 / Πέντε γλώσσες · Δεκαπέντε αποδόσεις

Η συντροφιά
των γλωσσών.

Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και ρωσικά. Σε κάθε γλώσσα: μια απόδοση κοντά στο πρωτότυπο, μια λογοτεχνική και μια ελεύθερη μεταγραφή, με τις ερμηνευτικές προσθήκες δηλωμένες.

Αγγλικά · Κοντά στο πρωτότυπο

Ελληνικά

Καφές Αθανασίας

Στο λαϊκό το καφενείο κέρασαν τους θαμώνες καφέ βαρύ, πικρό. Και σμίγοντας τα μέλη -ένας λιγότερος- το έμαθαν: ο γνωστός θαμώνας Κ. πια δε θα φανεί. Πια τον Κ. το χώμα τον σκεπάζει. Μερικά δάκρυα κύλησαν στα χαραγμένα απ' το χρόνο μάγουλά τους. Αυτός δεν ήταν -απλώς- ένας καφές παρηγοριάς. Έτσι που μερίμνησε ο Κ... Ήταν καφές αθανασίας, κερασμένος. Αυτός άφησε στους συγγενείς το κομπόδεμα, να κεράσουν. Και τώρα και στα μνημόσυνα. Σα νά 'λεγε στους θαμώνες: Τώρα είστε λιγότεροι εκεί, μα την αθανασία μου να πλέκετε -συνδαιτυμόνες μου- με θύμησες και λόγια. Κι έτσι δε θα χαθώ. Ποτέ. Κι έτσι δεν πέθανα. Ποτέ. Κι έτσι ανάμεσά σας θα τριγυρνώ. Επ' άπειρον. Στον έναν ή τον άλλο σας λόγο.

Αγγλικά

Coffee of Immortality

At the working people’s coffeehouse they treated the regulars to coffee, strong and bitter. And as the members gathered —one fewer— they learned: K., the familiar regular, would appear no more. Now the earth covers K. A few tears rolled down their cheeks, furrowed by time. This was not —simply— a coffee of consolation. Such was the care K. had taken... It was coffee of immortality, on him. He had left his relatives his little savings, to buy the coffee. Both now and at the memorial services. As though he were saying to the regulars: Now there are fewer of you there, but weave my immortality —my fellow diners— with memories and words. And so I shall not be lost. Ever. And so I did not die. Ever. And so I shall wander among you. Without end. In one or another of your words.

Σημείωμα απόδοσης. Το «working people’s coffeehouse» κρατά την κοινωνική χροιά του «λαϊκό». Το «on him» αποδίδει ιδιωματικά το κέρασμα. Το «my fellow diners» διατηρεί την κοινή συμμετοχή στο τραπέζι, παρότι η σκηνή μιλά για καφέ. Το τελικό «words» αποδίδει τον «λόγο» σε πληθυντικό. Το παρελθοντικό «did not die» διατηρείται σκόπιμα, σε αντίθεση με τα μελλοντικά ρήματα εκατέρωθέν του.

Και οι 15 αποδόσεις σε συνεχή ανάγνωση

Αγγλικά / English

Κοντά στο πρωτότυπο

Coffee of Immortality

At the working people’s coffeehouse they treated the regulars to coffee, strong and bitter. And as the members gathered —one fewer— they learned: K., the familiar regular, would appear no more. Now the earth covers K. A few tears rolled down their cheeks, furrowed by time. This was not —simply— a coffee of consolation. Such was the care K. had taken... It was coffee of immortality, on him. He had left his relatives his little savings, to buy the coffee. Both now and at the memorial services. As though he were saying to the regulars: Now there are fewer of you there, but weave my immortality —my fellow diners— with memories and words. And so I shall not be lost. Ever. And so I did not die. Ever. And so I shall wander among you. Without end. In one or another of your words.

Το «working people’s coffeehouse» κρατά την κοινωνική χροιά του «λαϊκό». Το «on him» αποδίδει ιδιωματικά το κέρασμα. Το «my fellow diners» διατηρεί την κοινή συμμετοχή στο τραπέζι, παρότι η σκηνή μιλά για καφέ. Το τελικό «words» αποδίδει τον «λόγο» σε πληθυντικό. Το παρελθοντικό «did not die» διατηρείται σκόπιμα, σε αντίθεση με τα μελλοντικά ρήματα εκατέρωθέν του.

Λογοτεχνική απόδοση

Coffee of Immortality

In the neighbourhood café the regulars were served coffee, dark and bitter. And coming together —one man fewer— they heard: K., whom they all knew, would not be coming back. The earth now covers K. A few tears travelled down cheeks that time had furrowed. This was more than coffee to console them. K. had seen to that... This was coffee of immortality, his treat. He had left his family his small savings, to buy the coffee. Now, and at the services to remember him. As if he were telling the regulars: There are fewer of you there now, but go on weaving my immortality —my companions at the table— from memories and words. And so I shall not vanish. Ever. And so I did not die. Ever. And so I shall keep wandering among you. Endlessly. In something one of you may say.

Το «neighbourhood café» προκρίνει την οικειότητα του καφενείου. Το «his treat» κάνει το κέρασμα προσωπικό και προφορικό. Το «my companions at the table» αποδίδει τη συντροφικότητα της προσφώνησης. Στο τέλος το «something one of you may say» μεταφέρει τον λόγο στην πράξη της ομιλίας, με διασκελισμό στο ρήμα.

Ελεύθερη απόδοση

Coffee, on Me

The coffee came strong and bitter to the table in the old café. The regulars gathered. One chair had no one in it. Then they heard about K. He would not come again. Now it was earth that covered him. A few tears found their way through the lines on their faces. Yet this was more than comfort poured into a cup. K. had made arrangements. The little money he had put aside he left with his family: buy them coffee, now, and when you gather to remember me. Money became cups. The cups brought people together. And it was as if K. spoke: You are fewer now. But keep weaving me into your talk, my companions at the table. Give me somewhere to wander in your memories and words. Then I shall never be lost. Never. Then I did not die. Never. Then I shall keep moving among you, without an end, whenever one of you speaks.

Ελεύθερη μεταγραφή με νέο τίτλο. Η άδεια καρέκλα, τα χρήματα που γίνονται φλιτζάνια και το «give me somewhere to wander» είναι ερμηνευτικές προσθήκες. Η ανάθεση της μνήμης στην παρέα αναπτύσσεται σε άμεση ομιλία. Διατηρούνται η είδηση του θανάτου, το κομπόδεμα, τα μνημόσυνα και η τριπλή επιμονή του τέλους, με ελεύθερη διάταξη.

Γαλλικά / Français

Κοντά στο πρωτότυπο

Café d’immortalité

Au café populaire, on offrit aux habitués un café fort, amer. Et tandis que les membres se réunissaient —un de moins— ils l’apprirent : K., l’habitué bien connu, ne viendrait plus. Désormais, la terre recouvre K. Quelques larmes coulèrent sur leurs joues creusées par le temps. Ce n’était pas —simplement— un café de consolation. Tant K. avait pris soin de tout… C’était un café d’immortalité, offert. Il avait laissé à sa famille son petit pécule, pour offrir le café. Cette fois-ci et aux offices commémoratifs. Comme s’il disait aux habitués : Vous êtes moins nombreux là-bas, maintenant, mais mon immortalité, tissez-la —mes commensaux— de souvenirs et de mots. Et ainsi je ne disparaîtrai pas. Jamais. Et ainsi je ne suis pas mort. Jamais. Et ainsi j’errerai parmi vous. À l’infini. Dans l’une ou l’autre de vos paroles.

Το café populaire διατηρεί τον κοινωνικό χαρακτήρα του «λαϊκού καφενείου» και το petit pécule τη μικρή, αποταμιευμένη περιουσία του Κ. Το offert μένει αυτοτελές, όπως το «κερασμένος». Τα offices commémoratifs παραπέμπουν στα μνημόσυνα, χωρίς να τα μετατρέπουν σε καθολικές λειτουργίες. Το commensaux κρατά τη συμμετοχή στο ίδιο τραπέζι. Η τελική parole γίνεται πληθυντικός για φυσική γαλλική σύνταξη· οι χρόνοι του τέλους παραμένουν μέλλοντας, παρελθόν και μέλλοντας.

Λογοτεχνική απόδοση

Un café d’immortalité

Dans le café populaire, on régala les habitués d’un café fort et amer. Quand le cercle se reforma —il en manquait un— la nouvelle leur parvint : K., ce visage familier du café, ne reviendrait plus. À présent, la terre recouvre K. Quelques larmes glissèrent le long de leurs joues, où le temps avait creusé ses sillons. Ce café n’était pas —seulement— celui de la consolation. K. y avait si bien veillé… C’était un café d’immortalité, qu’il leur offrait. Il avait confié à sa famille son petit pécule : de quoi offrir le café. Ce jour-là, et aux offices célébrés à sa mémoire. Comme s’il s’adressait aux habitués : Vous êtes moins nombreux, désormais, là-bas ; mais continuez de tisser mon immortalité —vous qui partagez ma table— de souvenirs et de paroles. Ainsi, je ne disparaîtrai pas. Jamais. Ainsi, je ne suis pas mort. Jamais. Ainsi, j’irai et viendrai parmi vous. À l’infini. Au détour de l’une ou l’autre de vos paroles.

Η λογοτεχνική απόδοση χρησιμοποιεί το cercle se reforma για τη συνάθροιση της παρέας και αναπτύσσει τα χαραγμένα μάγουλα σε sillons, διατηρώντας την εικόνα του χρόνου. Το vous qui partagez ma table αποδίδει την οικειότητα των «συνδαιτυμόνων». Το j’irai et viendrai δίνει στον τριγυρισμό κίνηση και επιστροφή. Το au détour προσθέτει την ιδέα της περιστασιακής εμφάνισης μέσα στην κουβέντα. Παραμένουν όλα τα γεγονότα, η διπλή μέριμνα για το παρόν και τα μνημόσυνα, και η τριπλή κατάληξη.

Ελεύθερη απόδοση

La tournée de K.

Au café des gens du quartier, on posa devant les habitués un café noir, fort et amer. Le cercle se referma, avec une place de moins. Alors la nouvelle passa de l’un à l’autre : K. ne reviendrait plus. Celui que tous connaissaient. La terre, maintenant, le tenait sous elle. Sur les joues que les années avaient sillonnées, quelques larmes trouvèrent leur chemin. On aurait pu croire à un simple café de consolation. Mais K. avait pensé plus loin. Cette tournée était son café d’immortalité. Il l’offrait encore. Il avait laissé aux siens ses petites économies : de quoi payer le café aujourd’hui, et chaque fois qu’un office rassemblerait les vivants à sa mémoire. On aurait dit qu’il leur parlait : Vous êtes moins nombreux, là-bas. Pourtant, ne laissez pas le fil se rompre. Avec vos souvenirs, avec vos paroles, tissez ce qui de moi demeure —vous qui êtes encore à ma table. Alors je ne disparaîtrai pas. Jamais. Alors je ne suis pas mort. Jamais. Alors j’irai d’une voix à l’autre, parmi vous. Sans fin. Dans ce que l’un de vous dira, un jour, puis dans ce que dira l’autre.

Ελεύθερη διασκευή: η τοποθέτηση των φλιτζανιών, ο κύκλος με μία θέση λιγότερη, η μετάδοση της είδησης από άνθρωπο σε άνθρωπο, το νήμα που δεν πρέπει να κοπεί και η κίνηση από φωνή σε φωνή προστίθενται. Το café noir και η tournée μεταφέρουν το κέρασμα σε πιο οικεία γαλλική εκφορά. Η τελευταία μονολεκτική πτώση του πρωτοτύπου αναπτύσσεται σε διαδοχή μελλοντικών ομιλητών. Διατηρούνται η ταφή, τα δάκρυα, το κομπόδεμα, τα μνημόσυνα και η τριπλή αναίρεση της απώλειας.

Γερμανικά / Deutsch

Κοντά στο πρωτότυπο

Kaffee der Unsterblichkeit

Im Kaffeehaus der einfachen Leute spendierte man den Stammgästen starken, bitteren Kaffee. Und als die Runde zusammenkam — einer weniger —, erfuhren sie es: Der vertraute Stammgast K. wird nicht mehr kommen. Nun bedeckt die Erde den K. Ein paar Tränen liefen über ihre von der Zeit zerfurchten Wangen. Dies war nicht — bloß — ein Kaffee zum Trost. So, wie K. vorgesorgt hatte … Es war Kaffee der Unsterblichkeit, spendiert. Er hatte den Angehörigen sein Erspartes hinterlassen, damit sie die Runde einladen. Jetzt und bei den Gedenkfeiern. Als sagte er zu den Stammgästen: Nun seid ihr dort weniger, doch meine Unsterblichkeit sollt ihr weben — meine Tischgefährten — aus Erinnerungen und Worten. Und so werde ich nicht verloren gehen. Niemals. Und so bin ich nicht gestorben. Niemals. Und so werde ich unter euch umhergehen. Bis ins Unendliche. In dem einen oder anderen Wort von euch.

Το Kaffeehaus der einfachen Leute αποδίδει τον κοινωνικό χαρακτήρα του «λαϊκού καφενείου». Το die Runde μεταφέρει τα «μέλη» ως παρέα και το spendieren διατηρεί την πράξη του κεράσματος. Το Gedenkfeiern δηλώνει εδώ τις τελετές μνήμης του εκλιπόντος, ενώ το Tischgefährten κρατά την κοινή τράπεζα των «συνδαιτυμόνων». Διατηρούνται ο μέλλοντας της μη απώλειας, ο παρακείμενος της άρνησης του θανάτου και ο μέλλοντας της περιπλάνησης. Η γερμανική σύνταξη χρειάζεται το Wort von euch στον τελευταίο στίχο, αντί μιας απολύτως μονολεκτικής κατάληξης.

Λογοτεχνική απόδοση

Kaffee der Unsterblichkeit

In dem schlichten Kaffeehaus lud man die Stammgäste ein zu starkem, bitterem Kaffee. Als ihre Runde sich versammelte — um einen kleiner —, hörten sie es: Der vertraute Stammgast K. kehrt nicht mehr zurück. Nun liegt K. unter der Erde. Ein paar Tränen zogen ihre Bahnen über die Wangen, in die sich die Zeit gegraben hatte. Das war nicht — einfach nur — Kaffee, der Trost spenden sollte. So hatte K. vorgesorgt … Ein Kaffee der Unsterblichkeit war es, auf seine Kosten. Sein Erspartes hatte er den Angehörigen hinterlassen, damit sie die Runde bewirteten. Jetzt und zu den Gedenkfeiern. Als spräche er die Stammgäste an: Ihr seid nun weniger dort. Doch webt mir Unsterblichkeit — ihr, die ihr mit mir am Tisch sitzt — aus Erinnerungen und Worten. Und so werde ich nicht verschwinden. Nie. Und so bin ich nicht gestorben. Nie. Und so werde ich weiter unter euch wandern. Ohne Ende. In diesem oder jenem Wort von euch.

Η λογοτεχνική απόδοση επιλέγει πιο φυσική γερμανική εκφορά: το zogen ihre Bahnen αναπτύσσει διακριτικά τη διαδρομή των δακρύων, ενώ το auf seine Kosten συνδέει το κέρασμα με το κομπόδεμα. Η προσφώνηση των συνδαιτυμόνων γίνεται «εσείς που κάθεστε μαζί μου στο τραπέζι», εντονότερη διατύπωση της υποθετικής κοινής παρουσίας. Το schlichten υπογραμμίζει την απλότητα του χώρου και εξασθενεί κάπως την κοινωνική χροιά του «λαϊκού». Το wandern δίνει λυρικότερη κίνηση στο «τριγυρνώ». Τα γεγονότα και η χρονική εναλλαγή του επωδού παραμένουν.

Ελεύθερη απόδοση

Ein Kaffee gegen das Vergessen

Im Kaffeehaus der kleinen Leute ging der Kaffee auf ihn: stark und bitter. Die Runde kam zusammen. Ein Platz blieb leer. Dann wussten sie: K. würde nicht mehr durch die Tür kommen. Über ihm lag nun Erde. Ein paar Tränen fanden ihren Weg durch die Furchen, die Jahre in die Wangen gezeichnet hatten. Dieser Kaffee tröstete nicht nur. K. hatte weitergedacht. Er hatte ein Stück Unsterblichkeit spendiert. Seine Ersparnisse hinterließ er den Angehörigen: Ladet sie ein. Heute. Und bei den Feiern zu meinem Gedenken. Als würde er sich noch einmal an die anderen wenden: Ihr seid dort einer weniger. Doch webt mir Unsterblichkeit aus euren Geschichten, aus dem, was ihr erinnert. Ihr bleibt meine Tischgefährten. Und so werde ich nicht verloren gehen. Nie. Und so bin ich nicht gestorben. Nie. Und so werde ich unter euch umhergehen. Ohne Ende. In eurem nächsten, eurem beiläufigen Wort.

Ελεύθερη διασκευή με νέο τίτλο: «Ένας καφές ενάντια στη λήθη». Δηλώνει από την αρχή ότι πληρώνει ο Κ. και μεταφέρει την αποκάλυψη από την ταυτότητα του κεραστή στη σημασία της χειρονομίας. Προστίθενται η κενή θέση, η πόρτα από την οποία δεν θα ξαναμπεί και το «κομμάτι αθανασίας». Η παρακαταθήκη στους συγγενείς μετατρέπεται σε άμεση προστακτική· δεν παρατίθεται ως πραγματικό τεκμήριο ή διαθήκη. Οι «ιστορίες» εξειδικεύουν τα λόγια, ενώ το «παραμένετε συνδαιτυμόνες μου» ερμηνεύει την προσφώνηση ως διατήρηση δεσμού. Τα επίθετα «επόμενο» και «παρεμπίπτον» στον τελευταίο λόγο προσθέτουν την ιδέα της καθημερινής, αβίαστης μνείας. Τα βασικά περιστατικά και οι τρεις καταληκτικές διαβεβαιώσεις διατηρούνται.

Ισπανικά / Español

Κοντά στο πρωτότυπο

Café de inmortalidad

En el café popular invitaron a los habituales a un café fuerte, amargo. Y al reunirse los miembros —uno menos— se enteraron: K., el conocido habitual, ya no volvería a aparecer. Ahora a K. lo cubre la tierra. Unas lágrimas rodaron por sus mejillas surcadas por el tiempo. Aquel no era —simplemente— un café de consuelo. Así se había ocupado K. de todo… Era un café de inmortalidad, invitación de K. Él había dejado a sus familiares sus ahorros, para que invitaran. Ahora y en los oficios en su memoria. Como si les dijera a los habituales: Ahora sois menos allí, pero tejed mi inmortalidad —mis comensales— con recuerdos y palabras. Y así no me perderé. Nunca. Y así no morí. Nunca. Y así vagaré entre vosotros. Hasta el infinito. En una u otra de vuestras palabras.

Το café popular κρατά το λαϊκό περιβάλλον, ενώ το habituales αποδίδει τους σταθερούς θαμώνες. Το invitación de K. καθιστά ρητό τον προσφέροντα, επειδή το μεμονωμένο «κερασμένος» δεν έχει εξίσου φυσικό ισπανικό ισοδύναμο. Τα oficios en su memoria διατηρούν τη λειτουργία των μνημοσύνων. Χρησιμοποιείται ο πληθυντικός vosotros για την άμεση προσφώνηση της οικείας παρέας. Το «λόγο» γίνεται palabras για φυσική σύνταξη, με διατήρηση της τελικής απομόνωσης. Παραμένει η εναλλαγή μέλλοντα, παρελθόντος και μέλλοντα.

Λογοτεχνική απόδοση

Un café de inmortalidad

En aquel café de gente sencilla agasajaron a los de siempre con un café fuerte y amargo. Cuando volvió a reunirse la tertulia —faltaba uno— supieron la noticia: K., aquel rostro familiar, no regresaría. La tierra cubre ya a K. Algunas lágrimas resbalaron por los surcos que el tiempo había abierto en sus mejillas. Aquel café no era —tan solo— un consuelo. Así lo había dispuesto K.… Era un café de inmortalidad. Él invitaba. A sus familiares les había dejado sus pequeños ahorros, para ofrecer el café. Ese día, y en los oficios celebrados en su memoria. Como si hablara a los de siempre: Ahora sois menos allí, pero seguid tejiendo mi inmortalidad —compañeros de mi mesa— con recuerdos y palabras. Y así no desapareceré. Nunca. Y así no morí. Nunca. Y así iré y vendré entre vosotros. Sin fin. En una u otra de vuestras palabras.

Τα gente sencilla και los de siempre αποδίδουν τον λαϊκό χαρακτήρα και την οικειότητα του καφενείου. Η tertulia ερμηνεύει τα «μέλη» ως παρέα που συναντιέται για κουβέντα, χωρίς να υποθέτει επίσημη οργάνωση. Το σύντομο Él invitaba δίνει αυτοτελές βάρος στο κέρασμα. Το compañeros de mi mesa αναπτύσσει τη συντροφικότητα του «συνδαιτυμόνες μου» και το iré y vendré κρατά τον επανερχόμενο τριγυρισμό. Η πορεία των γεγονότων και οι χρόνοι της τριπλής κατάληξης διατηρούνται.

Ελεύθερη απόδοση

La invitación de K.

En el café del barrio, ante los de siempre, dejaron un café fuerte y amargo. Al reunirse, contaron una ausencia. Entonces lo supieron: K., el de tantas tardes compartidas, no iba a volver. La tierra lo cubría ya. El tiempo había labrado sus mejillas; unas lágrimas bajaron por los surcos. No era solo el café con que se acompaña la pena. K. había cuidado incluso aquel momento. Era su café de inmortalidad. La invitación seguía siendo suya. A su familia le dejó sus ahorros: que alcanzaran para convidarlos ahora y en los oficios que se celebraran en su memoria. Parecía decirles: Ahora sois menos en el café. Pero que no se rompa el hilo. Tejed mi inmortalidad con lo que recordáis, con lo que os contáis, vosotros, compañeros de mi mesa. Y así no me perderé. Nunca. Y así no morí. Nunca. Y así andaré entre vosotros, de una voz a otra. Sin término. En algo que diga uno de vosotros. En lo que otro recuerde al oírlo.

Ελεύθερη διασκευή: το μέτρημα της απουσίας, τα κοινά απογεύματα, το νήμα που δεν πρέπει να σπάσει και η μετάδοση της μνήμης από φωνή σε φωνή αποτελούν προσθήκες. Η φράση que alcanzaran προσθέτει την έγνοια να επαρκέσουν οι οικονομίες. Η τελική λέξη αναπτύσσεται σε μικρή σκηνή ομιλίας και ανάμνησης. Διατηρούνται η κοινωνική συνάθροιση, η είδηση του θανάτου, η ταφή, τα δάκρυα, το κέρασμα τώρα και στα μνημόσυνα, και η τριμερής κατάληξη.

Ρωσικά / Русский

Κοντά στο πρωτότυπο

Кофе бессмертия

В простом кафе завсегдатаев угостили крепким, горьким кофе. И, собравшись вместе — одним меньше, — они узнали: знакомый всем завсегдатай К. больше не придёт. Теперь К. укрывает земля. Несколько слёз скатились по их щекам, изборождённым временем. Это был не — просто — кофе в утешение. Ведь К. позаботился об этом… Это был кофе бессмертия, угощение. Он оставил родным свои сбережения, чтобы они угощали. И сейчас, и на поминках. Словно говорил завсегдатаям: Теперь вас там меньше, но моё бессмертие плетите — мои сотрапезники — из воспоминаний и слов. И так я не исчезну. Никогда. И так я не умер. Никогда. И так я буду бродить среди вас. До бесконечности. В том или ином вашем слове.

Το простом кафе αποδίδει ένα απλό, καθημερινό καφενείο, χωρίς να εισάγει ειδικό κοινωνικό ή διοικητικό τύπο καταστήματος. Το угостили κρατά το κέρασμα, το сбережения το αποταμιευμένο κομπόδεμα και το поминки τη σύναξη μνήμης του νεκρού. Το сотрапезники διατηρεί την κοινή τράπεζα, με ελαφρώς λόγια χροιά στα ρωσικά. Κρατούνται η μελλοντική μη εξαφάνιση, το παρελθοντικό «δεν πέθανα», η μελλοντική περιπλάνηση και η μονολεκτική κατάληξη слове.

Λογοτεχνική απόδοση

Кофе бессмертия

В кафе, где собирался простой народ, завсегдатаев угостили крепким, горьким кофе. И, сойдясь своей компанией — одним меньше, — они услышали: знакомый всем завсегдатай К. уже не вернётся. К. теперь укрыт землёй. Несколько слёз скатилось по щекам, которые время избороздило. Это был не — просто — кофе для утешения. Вот как К. обо всём позаботился… Это был кофе бессмертия — его угощение. Родным он оставил прибережённые деньги: угостить людей. Сейчас — и на поминках. Будто он сам говорил завсегдатаям: Теперь вас там меньше. Но бессмертие моё плетите — мои сотрапезники — из памяти и слов. И потому я не исчезну. Никогда. И потому я не умер. Никогда. И потому я буду бродить среди вас. Без конца. В том или ином вашем слове.

Το «λαϊκό» αναπτύσσεται ως καφενείο όπου συγκεντρωνόταν ο απλός κόσμος. Το прибережённые деньги αποδίδει χρήματα που είχαν φυλαχτεί, με την προσωπική χροιά του κομποδέματος. Το его угощение κατονομάζει τον Κ. ως κεραστή, όπως συνάγεται από την αφήγηση. Το из памяти и слов συμπυκνώνει τις επιμέρους θύμησες σε «μνήμη», ενώ το И потому κάνει ρητότερο τον αιτιώδη δεσμό του «Κι έτσι». Διατηρούνται η πλήρης αφήγηση, η αλλαγή προσώπου, η χρονική διάρθρωση των τριών διαβεβαιώσεων και η τελευταία λέξη.

Ελεύθερη απόδοση

Кофе против забвения

В кафе для простых людей завсегдатаям налили кофе. Он был крепок. Горечь оставалась на языке. Компания собралась, и одного не досчитались. Тогда и узнали: К. больше не войдёт в эту дверь. Над ним уже земля. Покатились слёзы по бороздам, оставленным временем на щеках. Не одним утешением был этот кофе. К. всё устроил заранее. Это было его угощение — кофе, на который он звал бессмертие. Родным достались его сбережения с просьбой угостить остальных: теперь, и всякий раз, когда будут поминать. И словно звучал его голос: Да, теперь вас там меньше. Но вы, мои товарищи за столом, плетите мне бессмертие из того, что помните, из того, что говорите. И я не исчезну. Никогда. И я не умер. Никогда. И буду бродить среди вас. Без конца. То в одном, то в другом вашем слове.

Ελεύθερη διασκευή με τίτλο «Καφές ενάντια στη λήθη». Προστίθενται η πίκρα που παραμένει στη γλώσσα, η πόρτα του καφενείου και η προσωποποίηση της αθανασίας ως καλεσμένης στο κέρασμα. Η διαπίστωση ότι κάποιος λείπει γίνεται στιγμιότυπο καταμέτρησης της παρέας. Η μέριμνα του Κ. παρουσιάζεται ως αίτημα προς τους συγγενείς, χωρίς να επινοείται διαφορετικό περιστατικό. Οι συνδαιτυμόνες αποδίδονται οικειότερα ως «σύντροφοί μου στο τραπέζι» και οι θύμησες και τα λόγια αναπτύσσονται σε «όσα θυμάστε» και «όσα λέτε». Η διατύπωση για τα μνημόσυνα διευρύνεται σε κάθε επανάληψη της μνημόνευσης. Η τριπλή διαβεβαίωση και η τελική παρουσία μέσα στον λόγο παραμένουν.

Κι έτσι ανάμεσά σας θα τριγυρνώ.

Στον έναν ή τον άλλο σας
λόγο.
Πίσω στο ποίημα ↑