
Ποίηση · Φθινόπωρο 2026
Κι
ήμασταν
«σα δυό χαμένες στάλες.»
Η δημιουργική πρόθεση
Πλασμένοι ο ένας
για τον άλλο.
Κι ακόμη άγνωστοι.
Οι δύο στάλες συμβολίζουν δύο ανθρώπους που ήταν πάντοτε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, αλλά δεν πρόλαβαν να γνωριστούν πραγματικά.
Διευκρίνιση του δημιουργού, που καθοδηγεί την παρούσα έκδοση.
Το ελληνικό πρωτότυπο
Κι ήμασταν
Γραμμένο το Φθινόπωρο του 2026.
Το τελικό κείμενο του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Σε κάποια παραλία.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Οι πέντε τίτλοι στο περιθώριο είναι βοηθήματα της ψηφιακής επιμέλειας. Δεν ανήκουν στο ποίημα.

Ένας χάρτης της ανάγνωσης
Δύο διαδρομές.
Πέντε μεταμορφώσεις.
Επίλεξε ένα στάδιο και δες πώς αλλάζει η συνθήκη των δύο. Ο χάρτης ερμηνεύει την ποιητική πορεία· το τέλος παραμένει δυνατότητα.
Βροχή / αδυναμία διάκρισης
Και πώς να σε ξεχώριζα;
Οι δύο υπάρχουν ήδη ως «εμείς», ενώ η καταιγίδα στερεί τις συνθήκες της αναγνώρισης. Η εγγύτητα δεν αρκεί για τη γνωριμία.
Ανάγνωση αυτής της ενότητας ↓Εις βάθος διερεύνηση
Η τραγωδία της
ανεκπλήρωτης αναγνώρισης.
Το σώμα, η τύχη, η πόλη και η προσευχή. Έντεκα αναγνώσεις της εσωτερικής διαδρομής του ποιήματος.
01
Μια σχέση που προηγείται της γνωριμίας
πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Η διευκρίνιση του δημιουργού δίνει τον βασικό άξονα: οι δύο στάλες συμβολίζουν δύο ανθρώπους πάντοτε πλασμένους ο ένας για τον άλλο, που δεν πρόλαβαν να γνωριστούν πραγματικά. Η οδύνη του ποιήματος προκύπτει από το χάσμα ανάμεσα σε αυτή τη βαθιά αντιστοιχία και στην έλλειψη μιας βιωμένης συνάντησης. Υπάρχει ένα δυνητικό ζευγάρι, χωρίς να έχει υπάρξει η κοινή ζωή που θα το έκανε αναγνωρίσιμο.
Το αρχικό «Κι» μοιάζει να μας βάζει στη μέση μιας ιστορίας. Δεν παρέχεται προέλευση, όνομα ή βιογραφία. Το «ήμασταν» διατυπώνει από την αρχή ένα πρώτο πληθυντικό: η φωνή ξέρει να λέει «εμείς» προτού μπορεί να αφηγηθεί μια πραγματική γνωριμία. Έτσι ο τίτλος περιέχει ήδη την αντίφαση που θα αναπτυχθεί σε ολόκληρο το ποίημα.
Η αφηγηματική φωνή μπορεί να εκφράζει την αλήθεια της επιθυμίας πέρα από όσα γνώρισαν τα δύο πρόσωπα. Αυτή η ποιητική γνώση δεν μετατρέπει το κείμενο σε απόδειξη προορισμένης ένωσης ούτε σε γενικό κανόνα για τις ανθρώπινες σχέσεις. Συγκροτεί τον ιδιαίτερο κόσμο αυτού του ποιήματος, όπως τον όρισε ο δημιουργός του.
02
Το νερό ως σώμα και ως απώλεια ορίων
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Η μεταφορά έχει διάρκεια και μεταβάλλεται. Η στάλα διαθέτει ένα προσωρινό περίγραμμα, άρα μπορεί να γίνει εικόνα μιας ξεχωριστής ύπαρξης. Στη ροή το περίγραμμα χάνεται. Στον αφρό ένα νέο, επίσης προσωρινό, όριο μπορεί να σχηματιστεί. Η υλικότητα του νερού υπηρετεί έτσι την κεντρική ερώτηση: πώς διατηρούνται δύο ιδιαίτερα πρόσωπα μέσα σε κάτι που τα αναμειγνύει;
Το «Στάλες, μικρές ψιχάλες» λειτουργεί ως σύντομη επαναφορά στην κλίμακα των δύο. Γύρω τους βρίσκονται η καταιγίδα, η πόλη και ο αέρας· εκείνοι είναι μικροί και εκτεθειμένοι. Η λέξη «ψιχάλες» μαλακώνει τον ήχο, ενώ οι δυνάμεις που τους κινούν παραμένουν βίαιες. Η τρυφερότητα και η αδυναμία εμφανίζονται στην ίδια εικόνα.
Η μεταγενέστερη ονομασία «δύο κορμιά» φέρνει το ανθρώπινο σώμα στην επιφάνεια της μεταφοράς. Το «υδάτινα κι άχαρα πια» δεν εξαλείφει την ανθρώπινη σημασία τους· δείχνει ότι δεν μπορούν πια να παρουσιαστούν ο ένας στον άλλο με αναγνωρίσιμη μορφή. Το νερό, εδώ, είναι συγχρόνως κοινή ουσία και κίνδυνος αδιακρισίας. Πρόκειται για ποιητική λειτουργία, χωρίς αξίωση φυσικής ή υδρολογικής περιγραφής.
03
Διάκριση, σμίξιμο, γνωριμία, μνήμη
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Η πρώτη ερώτηση αφορά την ικανότητα του βλέμματος: πώς θα μπορούσα να σε διακρίνω; Η δεύτερη μεταφέρει την προσοχή στο άλλο πρόσωπο: πώς θα μπορούσες να φανερωθείς, να αποκτήσεις όψη που να ξεχωρίζει; Το «στολιζόσουν» κρατά την κυριολεκτική χάρη του στολισμού, αλλά μέσα στην καταιγίδα γίνεται και ερώτημα για τη δυνατότητα εμφάνισης. Δεν αποτελεί μομφή προς τον άλλο.
Το ποίημα οργανώνει τέσσερις διαφορετικές πράξεις: να ξεχωρίσουμε, να σμίξουμε, να γνωριστούμε, να θυμηθούμε. Η κοινή ροή δεν τις ολοκληρώνει αυτόματα. Η διάκριση χρειάζεται όρια, το σμίξιμο κοινό τόπο, η γνωριμία αμοιβαία παρουσία. Η μνήμη καλείται να ανακαλέσει τη βαθύτερη αντιστοιχία που η ζωή δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει.
Η γειτνίαση «ίσως γνωριστούμε» και «μπορεί να θυμηθούμε» δημιουργεί ένα παραγωγικό παράδοξο: πώς θυμάται κανείς μια σχέση που δεν πρόλαβε να γνωρίσει; Στον κόσμο του ποιήματος η μνήμη αφορά το «πάντα» της συνάφειας, όχι κατ’ ανάγκην κοινά περιστατικά. Αυτή η ανάγνωση ακολουθεί τη δημιουργική πρόθεση χωρίς να επιβάλλει δόγμα προΰπαρξης ή μετενσάρκωσης.
04
Μια καταιγίδα που καταστρέφει το βλέμμα
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Ο ήλιος διατηρεί ανταύγειες, αλλά έχει γίνει σκοτισμένος και γκρίζος. Το φως δεν απουσιάζει εντελώς· αποτυγχάνει να διακρίνει. Έτσι η σκηνή αποκτά μεγαλύτερη ένταση από μια απλή νύχτα: υπάρχει η υπόσχεση της ορατότητας χωρίς τη λειτουργία της. Ο άλλος βρίσκεται κάπου μέσα στο ίδιο πεδίο και παραμένει αδύνατο να ξεχωρίσει.
Η σύνταξη καθυστερεί το ουσιαστικό «ανταύγειες» περνώντας από τον σκοτισμένο ήλιο και την επιπλέον διευκρίνιση «του γκρίζου». Η καθυστέρηση κάνει την ανάγνωση να ψάχνει και αυτή για το σημείο όπου θα σταθεί. Στον επόμενο στίχο, το παρεμβαλλόμενο «-πώς» επαναφέρει την ερώτηση μέσα στην περιγραφή του μανιασμένου αέρα.
Οι βορεινές ριπές προσθέτουν κατεύθυνση και ψύχος στην αντίσταση του περιβάλλοντος. Η εποχή σύνθεσης έχει διευκρινιστεί από τον δημιουργό ως Φθινόπωρο 2026· οι ριπές, από μόνες τους, δεν κατονομάζουν συγκεκριμένο τόπο. Στη δραματουργία του κειμένου εντείνουν την εμπειρία ενός κόσμου που μετακινεί και αποσυντονίζει τα πρόσωπα, αντί να τους επιτρέπει να σταθούν το ένα απέναντι στο άλλο.
05
Το κοινό τέλος και η μηχανή της πόλης
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Η λέξη «μόνο» περιορίζει δραστικά όσα μπορεί να σημαίνει το «κοινή». Οι δύο μοιράζονται έναν προορισμό, ενώ δεν διαθέτουν ακόμη σχέση. Το «έδαφος, το χώμα» μπορεί να ακουστεί ως εικόνα θνητότητας, λόγω της πτώσης και της κατάληξης. Η ακολουθία όμως συνεχίζεται με τσιμέντο, άσφαλτο και φρεάτιο· δεν επιτρέπει να ταυτίσουμε βέβαια τη σκηνή με κυριολεκτικό θάνατο.
Ο λαβύρινθος της πόλης αποκτά υλική συνέχεια: αδιαπέραστες επιφάνειες, συγκέντρωση νερού, άκρη, φρεάτιο, υπόνομος. Το «χωνευτήρι» δηλώνει έναν χώρο όπου οι διαφορές καταπίνονται ή αναμειγνύονται. Μεταφέρει την πίεση της σύγχρονης συλλογικής ζωής σε μια συγκεκριμένη εικόνα υποδομής, χωρίς να χρειάζεται αφηρημένη καταγγελία.
Εδώ μπορεί να αναπτυχθεί μια κοινωνική ανάγνωση: οι άνθρωποι μοιράζονται δρόμους, μετακινήσεις και συστήματα χωρίς να συναντιούνται ως πρόσωπα. Το «Μέσα σε τόσα άλλα» ενισχύει αυτή τη δυνατότητα. Παραμένει ερμηνευτική προέκταση της εικόνας· δεν αποδίδει στον δημιουργό συγκεκριμένη πολιτική θέση ούτε μειώνει το ποίημα σε αλληγορία της πόλης.
06
Το τυχαίο απέναντι στο πάντοτε
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Το «Τυχαίο» εμφανίζεται πρώτα ως χαρακτηρισμός του νερού και ύστερα μόνο του, ως ολόκληρος στίχος. Η επανάληψη αποδεσμεύει τη λέξη από μια απλή περιγραφή και την κάνει δύναμη της αφήγησης. Οι δύο δεν αποφασίζουν την κατάληξή τους· παρασύρονται, σύρονται, βρίσκονται κάπου σε μια άκρη.
Απέναντι σε αυτή την ενδεχομενική πορεία στέκεται αργότερα το «-πάντα-». Η αντιστοιχία των προσώπων διατυπώνεται ως διαρκής, η δυνατότητα να συναντηθούν ως τυχαία. Αυτό είναι το βαθύτερο ρήγμα του ποιήματος: το ότι δύο άνθρωποι θα μπορούσαν να ανήκουν ο ένας στον άλλο δεν εξασφαλίζει πως οι διαδρομές τους θα τους επιτρέψουν να το μάθουν.
Το ίδιο το φρεάτιο είναι «Τυχαίο», ενώ η τελευταία παραλία παραμένει «κάποια», «μια» από πολλές. Η απροσδιοριστία αλλάζει λειτουργία. Στην κάθοδο δηλώνει την ανωνυμία της παράσυρσης· στο τέλος ανοίγει πολλές πιθανές τοποθεσίες για τη συνάντηση. Η τύχη δεν ακυρώνεται, αλλά παύει να έχει αποκλειστικά αρνητικό πρόσημο.
07
Ήμασταν — είμαστε — μπορεί
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Το αρχικό «ήμασταν» δίνει διάρκεια σε μια περασμένη κατάσταση. Η περιγραφή ακολουθεί την πτώση και στη συνέχεια το «θα συρθούμε» προβάλλει την επόμενη κίνηση. Όταν φτάνουμε στο «Κι είμαστε τώρα», η χρονική απόσταση καταρρέει: η φωνή δείχνει από μέσα την παρούσα συνθήκη των δύο.
Το «πια» επανέρχεται σε καίρια σημεία. Σηματοδοτεί κάτι που έχει αλλάξει και δεν ανακτάται εύκολα: φως, μορφή, ελπίδα. Τα «να σμίξουμε», «ίσως γνωριστούμε» και «μπορεί να θυμηθούμε» ανοίγουν στη συνέχεια έναν χρόνο δυνατότητας. Η γραμματική μεταφέρει τη δράση από όσα επιβλήθηκαν στους δύο σε όσα εύχονται να μπορέσουν να ζήσουν.
Ο αναγνώστης γνωρίζει την πρόθεση της ένωσης, αλλά δεν λαμβάνει σκηνή ολοκληρωμένης αναγνώρισης. Η προσδοκία κρατιέται σε εκκρεμότητα. Το τέλος αφορά τη δυνατότητα μιας άλλης μορφής χρόνου: μέσα στο αιώνιο πάφλασμα, μία κοινή στιγμή που θα μπορούσε να αποκτήσει όλο το βάρος της ζωής που δεν πραγματοποιήθηκε.
08
Θάλασσα και Ωκεανός: δυνατότητα χωρίς εγγύηση
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Η ελπίδα εισάγεται υπό όρο: «Κι αν μένει». Η τριπλή διατύπωση «μια ελπίδα / μονάχη ελπίδα / μόνο μια» την περιορίζει και ταυτόχρονα την ισχυροποιεί ρυθμικά. Η θάλασσα είναι η τελευταία δυνατότητα μέσα στην πορεία του ποιήματος, ενώ η επίτευξη του σμιξίματος παραμένει αβέβαιη.
Η θάλασσα συγκεντρώνει το νερό σε μεγαλύτερη κλίμακα. Αυτό θα μπορούσε να εντείνει την αδιακρισία που ήδη βιώνουν οι δύο. Το κείμενο όμως ζητά από το ίδιο στοιχείο μια άλλη δυνατότητα: να τους φέρει κοντά σε μια μορφή όπου θα μπορέσουν να γνωριστούν. Η ελπίδα γεννιέται μέσα στον κίνδυνο της διάλυσης, χωρίς να τον εξαλείφει.
Η κεφαλαιογράφηση του «Ωκεανού» και η «προσευχή» προσδίδουν στην απεραντοσύνη χαρακτήρα αποδέκτη. Μπορεί να ακουστεί μια μυθική ή υπαρξιακή διάσταση, αλλά δεν κατονομάζεται θρησκευτικό δόγμα. Η φωνή παρακαλεί μια δύναμη μεγαλύτερη από τα δύο πρόσωπα, εκεί που οι επιμέρους διαδρομές τους δεν τους έδωσαν έλεγχο.
09
Ο αφρός ως πρόσκαιρη μορφή του ζευγαριού
να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Ο αφρός φέρνει το νερό στην επιφάνεια και του δίνει εύθραυστη, ορατή μορφή. Γι’ αυτό μπορεί να γίνει ποιητική εικόνα μιας συνάντησης που επιτέλους ξεχωρίζει μέσα στη μεγάλη ροή. Η επιλογή «να αφρίσουμε» διατηρεί κίνηση και κοινή δράση: η φωνή δεν ζητά απλώς να καταλήξουν στο ίδιο υδάτινο σύνολο.
Το «αιώνιο» του παφλάσματος αντιπαρατίθεται στη «μιά στιγμή». Η διαφορά κλίμακας είναι συγκλονιστική επειδή το αίτημα γίνεται τόσο μικρό. Αρκεί μια στιγμή για να πραγματοποιηθεί αυτό που όλη η προηγούμενη πορεία στέρησε. Το «οι δυό μας» περιορίζει εκ νέου το πλήθος στο ιδιαίτερο ζευγάρι.
Το «Ζευγάρι να δεθούμε» αποτελεί την πιο καθαρή διατύπωση του αιτήματος σχέσης. Η λέξη «δεθούμε» προσθέτει συνοχή σε ένα στοιχείο που διαρκώς χάνει τα όριά του. Κι όμως ο στίχος παραμένει μέσα στο πεδίο της ευχής. Η έκδοση κρατά ανοιχτό αυτό το σημείο: ο αφρός μπορεί να δώσει τη μορφή της συνάντησης, χωρίς η αφήγηση να βεβαιώνει ότι αυτή συνέβη.
10
Η παραλία που μπορεί να είναι παντού
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Η τελική τοποθεσία δεν διαθέτει όνομα. Μπορεί να είναι ερημική ή να έχει πλήθος. Η διάζευξη μεταφέρει το βάρος από την ιδανική σκηνογραφία στην ίδια τη σχέση: η συνάντηση δεν χρειάζεται υποχρεωτικά έναν απομονωμένο παράδεισο για να αποκτήσει αξία.
Το «παρεκεί» έχει καθημερινή, σχεδόν δεικτική οικειότητα. Μετά τον Ωκεανό και το αιώνιο πάφλασμα, η φωνή επιστρέφει στην απόσταση ενός απλού «λίγο πιο πέρα». Η μεγάλη κλίμακα του Κόσμου συναντά έτσι την μικρή κλίμακα μιας κοινής θέσης.
Ο τελευταίος στίχος, «Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου», αφήνει την παραλία μία ανάμεσα σε πολλές, χωρίς να αποδυναμώνει τη μοναδικότητα των δύο. Ο τόπος είναι αντικαταστάσιμος· τα πρόσωπα δεν είναι. Η ανοιχτή αυτή κατάληξη απλώνει την προσευχή στον κόσμο, ενώ δεν χαρίζει μια βεβαιωμένη ευτυχισμένη λύση.
11
Η αναπνοή της πτώσης και της προσευχής
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ,
Η στροφική διάταξη είναι άνιση: μονόστιχα, δίστιχα, τρίστιχα και τετράστιχα επιταχύνουν ή σταματούν την κίνηση. Το «Τυχαίο.» γίνεται απότομη στάση. Το «Μέσα σε τόσα άλλα.» στέκεται μόνο του, αφήνοντας κενό γύρω από την ανωνυμία. Τα καταληκτικά μονόστιχα προσφέρουν μικρές αναπνοές στην ευχή.
Δεν υπάρχει ενιαίο αυστηρό στροφικό ή ομοιοκατάληκτο σχήμα. Υπάρχουν όμως τοπικά ζεύγη που δίνουν μουσική συνοχή: «ορμητικό / δυό» με την κοινή τονισμένη κατάληξη σε /o/, «κορμιά / πια», «Ωκεανό / εγώ», «ερημική / παρεκεί», καθώς και «θυμηθούμε / δεθούμε» σε απόσταση. Το «γνωριστούμε / θυμηθούμε» είναι επίσης ηχητικό δέσιμο των δύο επιθυμητών πράξεων. Δεν χρειάζεται να εξισωθούν όλα αυτά ως ομοιοκαταληξίες ίδιας ακρίβειας.
Η συχνή επανάληψη του «Και / Κι» συνδέει τις εικόνες σαν διαδοχικές προσθήκες σε μια ροή που δεν σταματά. Στην αρχή κυριαρχούν ορμή, πάλη, μανιασμένος αέρας και παράσυρση. Στο τέλος οι επαναλήψεις στρέφονται στην ελπίδα και στη δέηση. Η ανάγνωση μπορεί να μεταβεί από κοφτές παύσεις σε πιο ανοιχτή εκπνοή, διατηρώντας όλες τις γραπτές διακοπές του δημιουργού.
Συγκριτικά αναγνώσματα
Τρεις διάλογοι με άλλα κείμενα
Τα ακόλουθα είναι προτάσεις συγκριτικής ανάγνωσης, χωρίς ισχυρισμό τεκμηριωμένης επιρροής. Οι σύνδεσμοι οδηγούν στα ίδια τα έργα.
Πλάτων · Συμπόσιο, 189d–193d ↗
Στον λόγο του Αριστοφάνη ο έρωτας συνδέεται με την αναζήτηση μιας χαμένης ολότητας. Ως συγκριτικό πλαίσιο, φωτίζει το «πάντα» της αντιστοιχίας των δύο. Στο «Κι ήμασταν» όμως το βάρος πέφτει στις διαδρομές που εμποδίζουν τη γνωριμία και στη δυνατότητα μιας στιγμιαίας ένωσης. Η σύγκριση αφορά αυτόν τον συγκεκριμένο λόγο μέσα στον διάλογο, όχι το σύνολο της πλατωνικής θεωρίας του έρωτα.
Charles Baudelaire · À une passante, 1861 ↗
Το ποίημα του Baudelaire παρουσιάζει μια φευγαλέα οπτική συνάντηση μέσα στον θόρυβο της πόλης, με την ερωτική δυνατότητα να απομακρύνεται. Η αστική σκηνή και το ενδεχόμενο μιας συνάντησης πέρα από τον παρόντα χρόνο προσφέρουν γόνιμη αναλογία. Στον Κατωπόδη οι δύο δεν έχουν ακόμη γνωριστεί πραγματικά· η πόλη εμποδίζει ακόμη και τη διάκριση. Πρόκειται για ερμηνευτικό παραλληλισμό, χωρίς ισχυρισμό αποδεδειγμένης επίδρασης.
Αριστοτέλης · Ποιητική, κεφ. 11, 1452a ↗
Η αριστοτελική αναγνώριση περιγράφεται ως μετάβαση από την άγνοια στη γνώση, με συνέπειες στις σχέσεις των προσώπων. Το σχήμα βοηθά να προσέξουμε τι αναβάλλει το «ίσως γνωριστούμε». Εδώ η αναγνώριση προσδοκάται, αλλά δεν παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο συμβάν. Ο όρος χρησιμοποιείται ως εργαλείο ανάγνωσης ενός λυρικού ποιήματος· δεν συνεπάγεται ότι το κείμενο αποτελεί τραγωδία με την αριστοτελική έννοια.
Το λεξιλόγιο της διαδρομής
Από το περίγραμμα
στην απεραντοσύνη.
- στάλα
- Προσωρινό όριο μιας ξεχωριστής ύπαρξης.
- χωνευτήρι
- Ο κοινός χώρος που αναμειγνύει και καταπίνει τις διαφορές.
- τυχαίο
- Η διαδρομή που επιβάλλεται χωρίς κοινή επιλογή.
- πάντα
- Η βαθιά αντιστοιχία που δεν πρόλαβε να γίνει γνωριμία.
- Ωκεανός
- Ο αποδέκτης της προσευχής, στην κλίμακα της απεραντοσύνης.
- αφρός
- Μια εύθραυστη, ορατή μορφή για μία κοινή στιγμή.
Πέντε γλώσσες · δεκαπέντε αποδόσεις
Το «εμείς»
σε άλλες φωνές.
Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και ρωσικά. Σε κάθε γλώσσα: πιστή απόδοση, λυρική απόδοση και ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή. Το ελληνικό πρωτότυπο παραμένει η πηγή αναφοράς.
And We Were
Προτεραιότητα στο νόημα και στη διαδρομή των εικόνων. Η σειρά των λέξεων προσαρμόζεται όπου το ζητά η γλώσσα.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
And we were, within the struggle of the rain, like two lost drops.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
In the storm's rush, in the city's labyrinth.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Drops, tiny flecks of drizzle.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
And how could I have singled you out? And how could you have adorned yourself?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
In the reflections of the now darkened sun, the grey one.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
In the raging wind's—how— northerly gusts.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Only the destination was shared: the ground, the soil.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
And the concrete and the asphalt. And there, a melting pot.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Water by chance, rushing, sweeps us both away.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Straight into a drain. A chance one. Off to one side.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
And we will be dragged inside.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
And now we are two bodies, watery and graceless now.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
In the sewer, fluid.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Among so many others.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
And if one hope remains now, a solitary hope, just one: to come together in the sea.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
And there perhaps we will get to know each other.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
In the eternal surging, we may remember: that you were—always—meant for me and I was always yours.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
And a prayer to the Ocean, that you and I may become foam, for a single moment, the two of us.
Ζευγάρι να δεθούμε.
To be bound as a pair.
Σε κάποια παραλία.
On some beach.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Perhaps one so deserted. Perhaps with a crowd, a little farther on.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
One of the many in the World.
Λυρική απόδοση με πιο ελεύθερη σύνταξη και αναπνοή. Διατηρεί την αβεβαιότητα της συνάντησης.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
And we were there, caught in the rain's struggle, two drops gone astray.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
In the storm's wild rush, in the maze of the city.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Drops. A little drizzle.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
How was I to find you among them? How were you to clothe yourself in beauty?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
In the dim reflections of a sun grown dark, a sun turned grey.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
How, in the northern blows of the wind gone mad?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
We shared only where we fell: the ground, the earth.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Concrete, too, and asphalt. A crucible waiting there.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
A chance torrent of water carries the two of us away.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Straight down a drain. Any drain. Somewhere at the edge.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
And inward we are drawn.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
And here we are now: two bodies, all water, all grace gone.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Within the sewer, flowing.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Amid so many more.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
And if a hope is left to us, one lonely hope, this one: to meet within the sea.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
There, perhaps, to know each other.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
In the everlasting surf we might remember: you were—always—meant for me, and I was always yours.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
And let our prayer go to the Ocean: let you and me rise into foam, for one brief moment, just us two.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Let us be joined, a pair.
Σε κάποια παραλία.
Upon some shore.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Perhaps a shore so empty. Perhaps a crowd a little farther on.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
One of the World's innumerable shores.
Ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή του ChatGPT: αναπτύσσει την εμπειρία της αστικής ανωνυμίας. Περιλαμβάνει προσθήκες και δεν αποτελεί πιστή μετάφραση ή πρόσθετο ποίημα του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
We were already a we, two small lives falling through the rain.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
The storm moved us. The city gave us no meeting place.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
A little water, each of us.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
How could I see you? How could you become visible?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Even the light had lost its colour, its power to show.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
The wind decided where our bodies went.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
We shared a destination, not yet a life.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Earth. Concrete. Asphalt. The city gathered everything in.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
A stream without a purpose for us took both of us along.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
A drain. By chance. At the edge of things.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
We could only be drawn inside.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Here we are now: two bodies whose outlines have dissolved.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Below the city, flowing.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Among all the others.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
If one possibility survives, let it be this: the sea, together.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Perhaps there we can know each other.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Perhaps the endless waves will let us remember what we never got to live: you for me, and I for you.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Ocean, give us a form made of foam, for one moment, just two.
Ζευγάρι να δεθούμε.
A pair with a bond.
Σε κάποια παραλία.
Somewhere on a shore.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Empty, perhaps. Or with people farther along.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Any shore in this wide World.
Μεταφραστική σημείωση
Το «get to know each other» διατηρεί τη γνωριμία ως νέα δυνατότητα. Το «remember» αφορά τη βαθιά αντιστοιχία των προσώπων. Στην πιστή απόδοση το «adorned yourself» κρατά τη συγκεκριμένη χειρονομία του στολισμού, ενώ στη λυρική γίνεται πιο άμεσα αισθητή η εμφάνιση της ομορφιάς. Το «become foam» αποδίδει τη μεταμόρφωση που ζητά η προσευχή.
Et nous étions
Προτεραιότητα στο νόημα και στη διαδρομή των εικόνων. Η σειρά των λέξεων προσαρμόζεται όπου το ζητά η γλώσσα.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Et nous étions, dans la lutte de la pluie, comme deux gouttes perdues.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Dans l'élan de la tempête, dans le labyrinthe de la ville.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Gouttes, fines gouttelettes de bruine.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Et comment aurais-je pu te distinguer ? Et comment te serais-tu parée ?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Dans les reflets du soleil désormais obscurci, du soleil gris.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Dans le vent déchaîné — comment —, ses rafales du nord.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Seule l'issue était commune : le sol, la terre.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Et le béton et l'asphalte. Et là, un creuset.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Une eau de hasard, impétueuse, nous emporte tous les deux.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Tout droit dans une bouche d'égout. Une, au hasard. Dans un coin.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Et nous serons entraînés à l'intérieur.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Et nous sommes maintenant deux corps, faits d'eau et désormais sans grâce.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Dans l'égout, fluides.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Parmi tant d'autres.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Et s'il reste maintenant un espoir, un espoir solitaire, un seul : nous rejoindre dans la mer.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Et là, peut-être, ferons-nous connaissance.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Dans l'éternel déferlement, nous pourrons nous souvenir : que tu étais — toujours — pour moi et que j'étais toujours à toi.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Et une prière à l'Océan, pour que toi et moi devenions écume, pour un seul instant, nous deux.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Nous lier en un couple.
Σε κάποια παραλία.
Sur quelque plage.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Peut-être une si déserte. Peut-être avec une foule, un peu plus loin.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Une parmi les nombreuses plages du Monde.
Λυρική απόδοση με πιο ελεύθερη σύνταξη και αναπνοή. Διατηρεί την αβεβαιότητα της συνάντησης.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Et nous étions là, pris dans le combat de la pluie, deux gouttes égarées.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Dans la course de la tempête, dans le dédale de la ville.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Gouttes. Une poussière de bruine.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Comment te retrouver parmi elles ? Comment aurais-tu pu te parer ?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Dans les lueurs sourdes d'un soleil qui s'assombrit, d'un soleil devenu gris.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Comment, sous les rafales du nord, dans la fureur du vent ?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Seule notre chute avait même fin : le sol, la terre.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Le béton aussi, l'asphalte. Un creuset nous attendait là.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Une eau venue par hasard, torrentielle, emporte l'un et l'autre.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Droit dans une bouche d'égout. N'importe laquelle. Quelque part au bord.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Et nous glissons vers le dedans.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Et nous voici maintenant : deux corps, tout en eau, sans grâce désormais.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Dans le conduit souterrain, en train de couler.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Au milieu de tant d'autres.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Et s'il nous reste un espoir, un seul, un espoir solitaire : nous rejoindre dans la mer.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Là, peut-être, apprendre à nous connaître.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Dans le déferlement sans fin, nous nous souviendrions peut-être : toi — toujours — pour moi, et moi toujours à toi.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Que notre prière monte à l'Océan : que toi et moi devenions écume, le temps d'un instant, nous deux seulement.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Nous unir, faire couple.
Σε κάποια παραλία.
Sur une plage, quelque part.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Peut-être tout à fait déserte. Peut-être avec du monde, un peu plus loin.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Une des innombrables plages du Monde.
Ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή του ChatGPT: αναπτύσσει την εμπειρία της αστικής ανωνυμίας. Περιλαμβάνει προσθήκες και δεν αποτελεί πιστή μετάφραση ή πρόσθετο ποίημα του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Nous étions déjà un nous, deux petites vies qui tombaient avec la pluie.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
La tempête nous déplaçait. La ville n'offrait aucun lieu de rencontre.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Un peu d'eau, chacun.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Comment pouvais-je te voir ? Comment pouvais-tu devenir visible ?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Même la lumière avait perdu sa couleur, son pouvoir de montrer.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Le vent décidait du trajet de nos corps.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Une destination commune, pas encore une vie commune.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Terre. Béton. Asphalte. La ville recueillait tout.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Un courant sans dessein pour nous nous entraînait tous les deux.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Une bouche d'égout. Au hasard. Au bord des choses.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Il ne restait qu'à glisser dedans.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Nous voici maintenant : deux corps dont les contours se sont dissous.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Sous la ville, nous coulons.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Parmi tous les autres.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Si une possibilité demeure, que ce soit celle-ci : la mer, ensemble.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Peut-être pourrons-nous nous y connaître.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Peut-être les vagues sans fin nous laisseront-elles nous souvenir de ce que nous n'avons jamais vécu : toi pour moi, moi pour toi.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Océan, donne-nous une forme faite d'écume, pour un instant, deux seulement.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Un couple qui se lie.
Σε κάποια παραλία.
Quelque part sur une plage.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Vide, peut-être. Ou avec du monde plus loin.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
N'importe quelle plage de ce vaste Monde.
Μεταφραστική σημείωση
Το «faire connaissance» διατηρεί τη διαφορά ανάμεσα στη φυσική συνάντηση και στη γνωριμία. Το «creuset» μεταφέρει το χωνευτήρι. Η αμφιβολία μένει στα «peut-être» και «pourrons». Η λυρική εκδοχή ανοίγει τη σύνταξη χωρίς να μετατρέπει την ευχή σε τετελεσμένη ένωση.
Und wir waren
Προτεραιότητα στο νόημα και στη διαδρομή των εικόνων. Η σειρά των λέξεων προσαρμόζεται όπου το ζητά η γλώσσα.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Und wir waren, im Ringen des Regens, wie zwei verlorene Tropfen.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Im Drängen des Gewitters, im Labyrinth der Stadt.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Tropfen, winzige Nieseltropfen.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Und wie hätte ich dich herauskennen sollen? Und wie hättest du dich schmücken sollen?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
In den Reflexen der nun verdunkelten Sonne, der grauen.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
In den nördlichen Böen des rasenden Windes — wie?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Gemeinsam war nur das Ende: der Boden, die Erde.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Und der Beton und der Asphalt. Und dort ein Schmelztiegel.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Zufälliges Wasser, reißend, trägt uns beide fort.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Geradewegs in einen Abfluss. Einen zufälligen. Irgendwo am Rand.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Und wir werden hineingezogen werden.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Und wir sind jetzt zwei Körper, aus Wasser und nun ohne Anmut.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Im Abwasserkanal, flüssig.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Unter so vielen anderen.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Und wenn jetzt eine Hoffnung bleibt, eine einsame Hoffnung, nur eine: im Meer zusammenzukommen.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Und dort werden wir einander vielleicht kennenlernen.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Im ewigen Wogen werden wir uns vielleicht erinnern: dass du — immer — für mich bestimmt warst und ich immer der Deine.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Und ein Gebet an den Ozean, dass du und ich zu Schaum werden, für einen einzigen Augenblick, wir zwei.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Uns als Paar verbinden.
Σε κάποια παραλία.
An irgendeinem Strand.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Vielleicht an einem so einsamen. Vielleicht mit einer Menge Menschen, etwas weiter dort.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
An einem der vielen Strände der Welt.
Λυρική απόδοση με πιο ελεύθερη σύνταξη και αναπνοή. Διατηρεί την αβεβαιότητα της συνάντησης.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Und da waren wir, mitten im Kampf des Regens, zwei verirrte Tropfen.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Im wilden Drang des Sturms, im Irrgarten der Stadt.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Tropfen. Ein wenig Nieselregen.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Wie hätte ich dich unter ihnen finden können? Wie hättest du dich schön zeigen können?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Im matten Widerschein einer dunkel gewordenen Sonne, einer grauen Sonne.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Wie, in den Schlägen aus Norden, im Wahnsinn des Windes?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Nur unser Fall hatte dasselbe Ziel: den Boden, die Erde.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Auch Beton und Asphalt. Ein Schmelztiegel wartete dort.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Ein zufälliger Wasserstrom reißt uns beide mit.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Geradewegs in einen Abfluss. Irgendeinen. Irgendwo am Rand.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Und nach innen werden wir gezogen.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Und nun sind wir hier: zwei Körper, nur Wasser, ohne Anmut nun.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Im unterirdischen Kanal, fließend.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Mitten unter so vielen.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Und bleibt uns eine Hoffnung, eine einzige, einsame: einander im Meer zu begegnen.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Dort vielleicht einander kennenzulernen.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Im immerwährenden Wogenschlag erinnern wir uns vielleicht: du warst — immer — für mich bestimmt, und ich war immer dein.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Unser Gebet sei an den Ozean: Lass dich und mich zu Schaum werden, für einen Augenblick, nur uns zwei.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Lass uns ein Paar werden.
Σε κάποια παραλία.
An einem Strand, irgendwo.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Vielleicht an einem ganz verlassenen. Vielleicht mit Menschen, ein Stück weiter.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
An einem der unzähligen Strände der Welt.
Ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή του ChatGPT: αναπτύσσει την εμπειρία της αστικής ανωνυμίας. Περιλαμβάνει προσθήκες και δεν αποτελεί πιστή μετάφραση ή πρόσθετο ποίημα του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Wir waren schon ein Wir, zwei kleine Leben, die durch den Regen fielen.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Der Sturm bewegte uns. Die Stadt bot keinen Ort der Begegnung.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Ein wenig Wasser, jeder von uns.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Wie konnte ich dich sehen? Wie konntest du sichtbar werden?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Selbst das Licht hatte seine Farbe verloren, seine Kraft, etwas zu zeigen.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Der Wind entschied, wohin unsere Körper gingen.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Ein gemeinsames Ziel, noch kein gemeinsames Leben.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Erde. Beton. Asphalt. Die Stadt nahm alles auf.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Ein Strom ohne Absicht für uns nahm uns beide mit.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Ein Abfluss. Durch Zufall. Am Rand der Dinge.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Uns blieb nur, hineingezogen zu werden.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Hier sind wir jetzt: zwei Körper, deren Umrisse sich aufgelöst haben.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Unter der Stadt fließen wir.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Unter all den anderen.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Wenn eine Möglichkeit bleibt, dann diese: das Meer, gemeinsam.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Vielleicht können wir einander dort kennenlernen.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Vielleicht lassen die endlosen Wellen uns daran erinnern, was wir niemals leben durften: du für mich, ich für dich.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Ozean, gib uns eine Form aus Schaum, für einen Augenblick, nur zwei.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Ein Paar, das sich verbindet.
Σε κάποια παραλία.
Irgendwo an einem Strand.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Leer, vielleicht. Oder mit Menschen weiter drüben.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
An irgendeinem Strand dieser weiten Welt.
Μεταφραστική σημείωση
Το «kennenlernen» δηλώνει τη διαδικασία γνωριμίας, ενώ το «erinnern» κρατά τη μνήμη ως ξεχωριστή πράξη. Το «Schmelztiegel» διατηρεί την εικόνα του χωνευτηριού. Το «Anmut» αποδίδει τη χάρη που χάνεται, αποφεύγοντας να παρουσιάσει τα σώματα ως αποτρόπαια.
Y éramos
Προτεραιότητα στο νόημα και στη διαδρομή των εικόνων. Η σειρά των λέξεων προσαρμόζεται όπου το ζητά η γλώσσα.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Y éramos, en la lucha de la lluvia, como dos gotas perdidas.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
En el ímpetu de la tormenta, en el laberinto de la ciudad.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Gotas, pequeñas gotas de llovizna.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
¿Y cómo habría podido distinguirte? ¿Y cómo te habrías adornado?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
En los reflejos del sol ya oscurecido, del gris.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
En las ráfagas del norte del viento enfurecido — ¿cómo?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Solo era común el desenlace: el suelo, la tierra.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Y el cemento y el asfalto. Y allí, un crisol.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Agua de azar, impetuosa, nos arrastra a los dos.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Directamente a un sumidero. Uno al azar. En una esquina.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Y seremos arrastrados hacia dentro.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Y ahora somos dos cuerpos, de agua y ya sin gracia.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
En la alcantarilla, fluidos.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Entre tantos otros.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Y si queda ya una esperanza, una esperanza solitaria, solo una: juntarnos en el mar.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Y allí quizá lleguemos a conocernos.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
En el eterno oleaje, puede que recordemos: que tú eras — siempre — para mí y yo siempre tuyo.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Y una oración al Océano, para que tú y yo nos hagamos espuma, por un solo instante, los dos.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Unirnos como pareja.
Σε κάποια παραλία.
En alguna playa.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Puede que una tan desierta. Quizá con una multitud, un poco más allá.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Una de las muchas del Mundo.
Λυρική απόδοση με πιο ελεύθερη σύνταξη και αναπνοή. Διατηρεί την αβεβαιότητα της συνάντησης.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Y allí éramos, en el combate de la lluvia, dos gotas extraviadas.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
En la carrera de la tormenta, en el dédalo de la ciudad.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Gotas. Un poco de llovizna.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
¿Cómo iba a encontrarte entre las otras? ¿Cómo podrías vestirte de belleza?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Entre los reflejos apagados de un sol que se oscurece, de un sol ya gris.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
¿Cómo, bajo los golpes del norte, en la furia del viento?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Solo compartíamos el final de la caída: el suelo, la tierra.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
También el cemento, el asfalto. Allí aguardaba un crisol.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Un torrente llegado por azar se lleva a los dos.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Derechos a un sumidero. Cualquiera. En algún borde.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Y hacia dentro nos arrastran.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Y aquí somos ahora: dos cuerpos, todo agua, ya sin gracia.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
En el conducto subterráneo, fluyendo.
Μέσα σε τόσα άλλα.
En medio de tantos más.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Y si nos queda una esperanza, una sola, una esperanza a solas: encontrarnos dentro del mar.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Allí, quizá, aprender a conocernos.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
En el oleaje que no acaba tal vez recordemos: tú eras — siempre — para mí, y yo fui siempre tuyo.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Que nuestra oración llegue al Océano: que tú y yo nos volvamos espuma, por un instante, solo nosotros dos.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Que nos unamos, que seamos pareja.
Σε κάποια παραλία.
En una playa, en alguna parte.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Tal vez una playa vacía. Tal vez con gente, un poco más allá.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
Una de las incontables playas del Mundo.
Ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή του ChatGPT: αναπτύσσει την εμπειρία της αστικής ανωνυμίας. Περιλαμβάνει προσθήκες και δεν αποτελεί πιστή μετάφραση ή πρόσθετο ποίημα του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Ya éramos un nosotros, dos pequeñas vidas cayendo con la lluvia.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
La tormenta nos movía. La ciudad no ofrecía un lugar de encuentro.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Un poco de agua, cada uno.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
¿Cómo podía verte? ¿Cómo podías hacerte visible?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Hasta la luz había perdido su color, su poder de mostrar.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
El viento decidía el camino de nuestros cuerpos.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Un destino común, todavía ninguna vida en común.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Tierra. Cemento. Asfalto. La ciudad lo recogía todo.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Una corriente sin propósito para nosotros nos llevaba a los dos.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Un sumidero. Por azar. Al borde de las cosas.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Solo nos quedaba ser arrastrados adentro.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Aquí estamos ahora: dos cuerpos cuyos contornos se han disuelto.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Bajo la ciudad, fluimos.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Entre todos los demás.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Si sobrevive una posibilidad, que sea esta: el mar, juntos.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Quizá allí podamos conocernos.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Quizá las olas interminables nos dejen recordar lo que nunca pudimos vivir: tú para mí, yo para ti.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Océano, danos una forma hecha de espuma, por un instante, solo dos.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Una pareja que se une.
Σε κάποια παραλία.
En algún lugar de una playa.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Vacía, quizá. O con gente un poco más allá.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
En cualquier playa de este ancho Mundo.
Μεταφραστική σημείωση
Το «lleguemos a conocernos» δηλώνει ότι η γνωριμία δεν έχει ολοκληρωθεί. Το «crisol» διατηρεί την ανάμειξη του χωνευτηριού, το «sumidero» το σημείο εισόδου στη χαμηλότερη ροή. Οι επιφυλάξεις «quizá», «puede que» και «tal vez» εμποδίζουν το τέλος να γίνει βεβαιωμένη λύση.
И мы были
Προτεραιότητα στο νόημα και στη διαδρομή των εικόνων. Η σειρά των λέξεων προσαρμόζεται όπου το ζητά η γλώσσα.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
И мы были, в борьбе дождя, словно две затерянные капли.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
В порыве бури, в лабиринте города.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Капли, мелкие капельки мороси.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
И как бы я различил тебя? И как тебе было бы украсить себя?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
В отблесках потемневшего уже солнца, серого.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
В северных порывах неистового ветра — как?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Общим был лишь исход: земля, почва.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
И бетон, и асфальт. И там — плавильный котёл.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Случайная вода, бурная, уносит нас обоих.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Прямо в водосток. Случайный. Где-то с краю.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
И нас затянет внутрь.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
И мы теперь — два тела, водяные и уже без изящества.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
В сточной трубе, текучие.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Среди стольких других.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
И если ещё осталась надежда, одинокая надежда, всего одна: соединиться в море.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
И там, быть может, мы узнаем друг друга.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
В вечном плеске мы, возможно, вспомним: что ты — всегда — для меня, а я всегда был твоим.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
И молитва Океану, чтобы ты и я стали пеной, на одно мгновение, мы двое.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Соединиться в пару.
Σε κάποια παραλία.
На каком-нибудь пляже.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Быть может, таком пустынном. Может, с толпой, чуть дальше.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
На одном из многих пляжей Мира.
Λυρική απόδοση με πιο ελεύθερη σύνταξη και αναπνοή. Διατηρεί την αβεβαιότητα της συνάντησης.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
И вот мы были, в самой схватке дождя, две заблудившиеся капли.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
В стремительном беге бури, в городском лабиринте.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Капли. Немного мороси.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Как мне найти тебя среди других? Как тебе явиться во всей красе?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
В тусклом отсвете потемневшего солнца, солнца, ставшего серым.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Как, под ударами с севера, в безумии ветра?
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Лишь конец падения у нас один: земля, почва.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
А ещё бетон и асфальт. Там ждёт плавильный котёл.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Случайный поток воды уносит нас двоих.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Прямо в водосток. В какой придётся. Где-нибудь с краю.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
И нас влечёт внутрь.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
И вот мы теперь: два тела, сплошная вода, лишённая изящества.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
В подземном стоке, течём.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Посреди множества других.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
И если нам осталась надежда, одна, одинокая: встретиться в море.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Там, быть может, узнать друг друга.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
В нескончаемом шуме прибоя мы, быть может, вспомним: ты — всегда — для меня, а я всегда твой.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Пусть наша молитва дойдёт до Океана: пусть ты и я обратимся в пену, на одно мгновение, только мы двое.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Пусть мы соединимся в пару.
Σε κάποια παραλία.
На пляже, где-нибудь.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Возможно, совсем безлюдном. Возможно, с людьми, чуть дальше.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
На одном из бесчисленных пляжей Мира.
Ελεύθερη ερμηνευτική μεταγραφή του ChatGPT: αναπτύσσει την εμπειρία της αστικής ανωνυμίας. Περιλαμβάνει προσθήκες και δεν αποτελεί πιστή μετάφραση ή πρόσθετο ποίημα του δημιουργού.
Κι ήμασταν, μέσα στην πάλη της βροχής, σα δυό χαμένες στάλες.
Мы уже были «мы», две маленькие жизни, падающие вместе с дождём.
Στης καταιγίδας την ορμή, στης πόλης το λαβύρινθο.
Буря двигала нами. Город не давал места для встречи.
Στάλες, μικρές ψιχάλες.
Немного воды — каждый из нас.
Και πώς να σε ξεχώριζα; Και πώς να στολιζόσουν;
Как мне было тебя увидеть? Как тебе было явиться моему взгляду?
Στου σκοτισμένου ήλιου πια, του γκρίζου, τις ανταύγειες.
Даже свет утратил свой цвет, способность показывать.
Στου μανιασμένου αέρα -πώς, τις βορεινές ριπές.
Ветер решал, куда направятся наши тела.
Κοινή μόνο η κατάληξη: το έδαφος, το χώμα.
Общее место назначения, ещё не общая жизнь.
Και το τσιμέντο κι η άσφαλτος. Κι εκεί ένα χωνευτήρι.
Земля. Бетон. Асфальт. Город собирал всё.
Τυχαίο νερό, ορμητικό, μας παρασέρνει και τους δυό.
Поток, не имевший для нас цели, уносил обоих.
Ευθύς σ' ένα φρεάτιο. Τυχαίο. Σε μιαν άκρη.
Водосток. Случайно. На краю вещей.
Κι ως μέσα θα συρθούμε.
Нам оставалось лишь быть втянутыми внутрь.
Κι είμαστε τώρα, δύο κορμιά, υδάτινα κι άχαρα πια.
Теперь мы здесь: два тела, чьи очертания растворились.
Μες στον υπόνομο, ρευστά.
Под городом мы течём.
Μέσα σε τόσα άλλα.
Среди всех остальных.
Κι αν μένει μια ελπίδα πια, μονάχη ελπίδα, μόνο μια: στη θάλασσα να σμίξουμε.
Если сохраняется возможность, пусть это будет: море, вместе.
Κι εκεί ίσως γνωριστούμε.
Может, там мы сможем узнать друг друга.
Μες το αιώνιο πάφλασμα, μπορεί να θυμηθούμε: πως 'συ 'σουνα -πάντα- για εμέ κι εγώ πάντα δικός σου.
Может, бесконечные волны позволят нам вспомнить то, чего мы так и не прожили: ты для меня, я для тебя.
Και προσευχή στον Ωκεανό, να αφρίσουμε κι εσύ κι εγώ, για μιά στιγμή, οι δυό μας.
Океан, дай нам форму из пены, на одно мгновение, только двоим.
Ζευγάρι να δεθούμε.
Стать связанной парой.
Σε κάποια παραλία.
Где-нибудь на пляже.
Μπορεί μια τόσο ερημική. Ίσως με πλήθος, παρεκεί.
Пустом, возможно. Или с людьми чуть дальше.
Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.
На любом пляже этого огромного Мира.
Μεταφραστική σημείωση
Το «узнаем друг друга» μπορεί να φέρει και τη χροιά της αναγνώρισης, πέρα από τη γνωριμία. Γι’ αυτό η πορεία της ανάγνωσης κρατά χωριστά τη συνάντηση, τη γνώση του άλλου και τη μνήμη. Το «изящество» αφορά τη χαμένη χάρη· η λέξη «пена» διατηρεί τον αφρό ως πρόσκαιρη μορφή.
Σημείωμα της έκδοσης
Το ελληνικό κείμενο διατηρεί τη στίξη, τις παύλες, τις αποστρόφους, τα «δυό», «μιά», «παρεκεί» και τη διάταξη των στροφών όπως δόθηκαν από τον δημιουργό. Οι μεταφράσεις είναι αποδόσεις του ChatGPT και οι ελεύθερες μεταγραφές περιέχουν σαφώς δηλωμένες ερμηνευτικές προσθήκες.
Ο σχολιασμός διακρίνει τη ρητή δημιουργική πρόθεση από τις ερμηνευτικές προεκτάσεις. Δεν αποδίδει στα δύο πρόσωπα άγνωστα βιογραφικά γεγονότα και δεν βεβαιώνει τον θάνατο ή την τελική ένωση. Το ποίημα γράφτηκε το Φθινόπωρο του 2026, σύμφωνα με τη διευκρίνιση του δημιουργού.
Η έκταση του αιτήματος
για μιά στιγμή,
οι δυό μας.
«Μια 'π' τις πολλές του Κόσμου.»