Ποίηση · 2026

Φθινόπωρο

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης

Νά το Φθινόπωρο κι οι πρώτες στάλες, καθώς νοτίζουνε τη γης, θύμησες φέρνουνε θαρρείς μικρές, μεγάλες.

Φυσάει ο άνεμος. Το πρώτο ψύχος. Κι όπως τρυπάει τα κορμιά, παντού ζητούν απανεμιά, κι ασπίδα κάθε τοίχος.

Μένω μετέωρος μέσα στο κρύο, τάχα να θέλω και εγώ ένα σκουτί να σκεπαστώ μεσ' το θολό τοπίο;

Μα μένω άπραγος, και παγωμένος, βγαίνω ρουφάω τη βροχή, τα πόσα πό' χει να μου πει, και στέκω μεθυσμένος.

Κυρά περίοπτη, σαν τώρα να ήταν. Είχε αλλάξει η εποχή, όταν μ' αρνήθηκες. Γιατί; Τόσα τα χείλη σ' είπαν.

Κι ένας φωνόγραφος, μ' ασθενική τη μουσική. Γέμιζε ήχο τη σκηνή, μες των ανέμων την κραυγή. Μια μελωδία φθισική.

Κι αν χρόνια έφυγαν και ήρθαν άλλα, πάντα η ανάμνησή σου εκεί ψαλμού στροφή τρομακτική. Ζήσης τραχιά τραμπάλα.

Φέρνω στη μνήμη μου το άγγιγμά σου. Η αγκαλιά σου μια φωλιά, που κούρνιαζα σαν τα πουλιά. Ζεστό το φίλημά σου.

Κι αυτή η ανάσα σου η τόσο μυρωμένη, μού 'περνε κάθε σκοτεινιά, κρατούσε πέρα το χιονιά. Ανάσα αγιασμένη.

Νά το Φθινόπωρο, σκορπούν τα φύλλα. Μα εσύ αλλού να μένεις πιά, κι όλοι οι όρκοι μας καρφιά. Με πιάνει ανατριχίλα.

Κατάλογος Έργων