Στο ποίημα
Ένας άντρας κοιτάζει το φωτισμένο μάρμαρο μιας πλατείας. Οι στοές ρίχνουν μακριές σκιές, ενώ από το σώμα του λείπει η σκιά.

Ποίηση / Φθινόπωρο 2026

Ασκιαφορία

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης

Η σκιά μου...
Χάθηκε!

Διάβασε το ποίημα

Ένα σώμα στο φως.
Το ίχνος του απουσιάζει.

01 / Ελληνικό πρωτότυπο

Ασκιαφορία

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης
Φθινόπωρο 2026

«Εγώ -ποτέ-
δε χάθηκα!»

Πάγωσε το αίμα μου. Άναυδος έμεινα. Τί ήταν αυτό που μού 'λαχε;

Έχασα από ξωπίσω μου τον πιο πιστό ακόλουθό μου.

Η σκιά μου... Χάθηκε!

Και πάνε τώρα ώρες που την ψάχνω.

Χάθηκε κι έμεινα ασταθής. Πάνω της έγερνα κι ακούμπαγα, όταν ο ήλιος μού 'καιγε τα μάτια.

Χωρίς αυτήν πώς θα σκοτίζω τα σοκάκια, τους τοίχους, τα μάρμαρα, κι αυτούς ακόμα τους ανθρώπους, με την παρουσία μου;

Και να βγω να την αναζητήσω με αγγελίες και δακρύβρεχτους λόγους στον Τύπο και στις γειτονιές, του κάκου.

Κανείς δε θα με πάρει σοβαρά.

Μα κι έτσι, χωρίς αυτήν, σίγουρα θα μπορώ να τραφώ, και να διαβάσω. Έτσι δεν είναι;

Εγώ -ποτέ- δε χάθηκα! Έτσι δεν είναι;

Μα ένα πράγμα ταλανίζει το νου μου: μην -ίσως- και δεν είμαι ζωντανός;

Μην κι αραιοπατώ στην πλάση ως... ως φάντασμα;

Μην έσβησε η ύπαρξή μου άξαφνα, κι ανάμνηση του είναι μου τώρα απομένω;

Καλύτερα να ψάξω έναν καθρέφτη, να κοιταχτώ.

Μην και -τυχόν- δεν είμαι πια εκεί;

Κείμενο αναφοράς: η τελευταία εκδοχή που παρέδωσε ο δημιουργός στις 16 Οκτωβρίου 2026, με το «Πάνω της έγερνα κι ακούμπαγα». Διατηρούνται η γραφή, η στίξη και οι αλλαγές στίχων του πρωτοτύπου.

02 / Διαδραστική εικαστική ανάγνωση

Τι στήριζε
η σκιά;

Ακόλουθος, στήριγμα, επίδραση στον άλλο, σημάδι παρουσίας. Επίλεξε μία από τις πέντε μετατοπίσεις της ανάγνωσης.

01 / Ανάγνωση

Μια παρουσία πίσω μου

τον πιο πιστό ακόλουθό μου.

Η πίστη δίνει στη σκιά ιδιότητες συντρόφου. Το υποκείμενο ανακαλεί τη βεβαιότητα ότι κάτι το ακολουθούσε παντού.

Εικαστική ανάγνωση των σχέσεων του ποιήματος. Οι πρώτες όψεις ανακαλούν τη σκιά πριν από την απώλεια· η τελευταία διατηρεί την ερώτηση αναπάντητη.

03 / Εις βάθος ερμηνευτική μελέτη

Η απουσία του ίχνους.
Η αμφιβολία της παρουσίας.

Δέκα ενότητες για το σώμα, το φως, την κοινωνική αναγνώριση και μια δοκιμή που μένει μετέωρη. Η μελέτη διακρίνει τις δηλωμένες προθέσεις του δημιουργού από τις προτάσεις της ανάγνωσης.

01

Ένα όνομα για την έλλειψη

Ασκιαφορία

Ο τίτλος μπορεί να διαβαστεί ως ποιητικός νεολογισμός που συμπλέκει την απουσία της σκιάς με την ιδέα του φέρειν: μια κατάσταση στην οποία κάποιος δεν φέρει πια το σκοτεινό του ίχνος. Αυτή είναι ερμηνευτική προσέγγιση της λέξης, όχι λεξικογραφικός ορισμός ή δήλωση του δημιουργού για την ετυμολογία της. Η κατάληξη δίνει στην προσωπική περιπέτεια την όψη μιας ονομασμένης συνθήκης, ενώ το ίδιο το κείμενο αρνείται να την εξηγήσει οριστικά.

Η σκιά προϋποθέτει σώμα, φως και επιφάνεια. Στο ποίημα, όμως, η φαινομενικά αυτονόητη σχέση τους έχει διαρραγεί. Η απώλεια ενός οπτικού αποτελέσματος κλονίζει την πίστη στην αιτία του: μήπως, αφού λείπει το ίχνος, έχει χαθεί και ο φορέας του; Η αφήγηση αναπτύσσεται μέσα σε αυτή τη μετάθεση, χωρίς να την παρουσιάζει ως έγκυρη απόδειξη.

02

Το σώμα μιλά πριν από τη σκέψη

Πάγωσε το αίμα μου. Άναυδος έμεινα.

Η αρχή περιέχει δύο γνώριμες εκφράσεις αιφνιδιασμού. Το αίμα παγώνει, η φωνή αναστέλλεται. Ο αναγνώστης συναντά πρώτα τη σωματική αντίδραση και έπειτα την αιτία της. Η αντιστροφή στο «Άναυδος έμεινα» προτάσσει την κατάσταση και αφήνει το ρήμα σαν μικρό καταληκτικό χτύπημα. Οι τελείες τεμαχίζουν την αναπνοή σε σύντομες μονάδες.

Το «Τί ήταν αυτό που μού 'λαχε;» επαναφέρει την προφορική, καθημερινή φωνή. Η συμφορά περιγράφεται σαν ένα ακόμη απρόοπτο της ζωής, προτού αποκαλυφθεί ότι αφορά κάτι αδύνατο. Αργότερα, όταν θα τεθεί το ερώτημα αν ο ομιλητής είναι ζωντανός, η αρχική αναφορά στο αίμα αποκτά αναδρομική ένταση: η πρώτη του φράση είχε ήδη επικαλεστεί ένα τεκμήριο ζωής, έστω ιδιωματικά.

Η ονομασία της απώλειας καθυστερεί. Προηγείται ο «πιο πιστός ακόλουθος»· ακολουθούν τα αποσιωπητικά μετά τη «σκιά» και το απομονωμένο «Χάθηκε!». Ο διασκελισμός πριν από το «ακόλουθό μου» και η αλλαγή στροφής πριν από τη σκιά οργανώνουν τη μικρή αποκάλυψη. Το ποίημα ζητά να νιώσουμε τη σχέση προτού αναγνωρίσουμε το αντικείμενό της.

03

Ο ακόλουθος που κρατούσε το σώμα

Χάθηκε κι έμεινα ασταθής. Πάνω της έγερνα κι ακούμπαγα, όταν ο ήλιος μού 'καιγε τα μάτια.

Η προσωποποίηση ξεκινά με την πίστη του ακολούθου και προχωρά στην υλική αδυνατότητα του στηρίγματος. Η σκιά, που στην καθημερινή εμπειρία δεν μπορεί να βαστάξει κανένα βάρος, γίνεται τόπος επαφής και ανάπαυσης. Το «έγερνα» αποδίδει τη μετατόπιση του σώματος, το «ακούμπαγα» την επίτευξη της επαφής. Έτσι το «ασταθής» αποκτά χειροπιαστή ποιητική αιτία.

Η σχέση είναι αμοιβαία: εκείνη ακολουθούσε τον άνθρωπο, εκείνος στηριζόταν πάνω της. Ο ομιλητής δεν έχασε απλώς ένα αντίγραφο του περιγράμματός του· έχασε μια οικεία σχέση με τον χώρο και με τον εαυτό του. Το σχήμα μετατρέπει κάτι φαινομενικά δευτερεύον σε όρο της ισορροπίας του.

Το φως εδώ πονά. Ο ήλιος καίει τα μάτια και το σκοτεινό ίχνος προσφέρει καταφύγιο. Μπορούμε να διαβάσουμε τη σκιά ως αναγκαία δυνατότητα απόσυρσης από την έκθεση. Πρόκειται για προέκταση της εικόνας, όχι για κρυπτογραφημένο βιογραφικό δεδομένο. Η σουρεαλιστική πράξη λειτουργεί επειδή η ανάγκη για στήριγμα είναι σαφής, ακόμη κι όταν το στήριγμα είναι αδύνατο.

04

Η παρουσία ως σκίαση του άλλου

κι αυτούς ακόμα τους ανθρώπους, με την παρουσία μου;

Το «σκοτίζω» διατηρεί την οπτική σημασία του και ανοίγεται προς τη μεταφορική: ενοχλώ, βαραίνω, περιορίζω τον χώρο του άλλου. Η απαρίθμηση κινείται από τα σοκάκια στους τοίχους και στα μάρμαρα, ώσπου φτάνει στους ανθρώπους. Η αλλαγή στίχου πριν από το «τους ανθρώπους» επιβραδύνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση από τις επιφάνειες στα πρόσωπα.

Ο δημιουργός διευκρίνισε ότι είχε συνειδητά στον νου του το αίτημα του Διογένη προς τον Αλέξανδρο να πάψει να του κόβει το φως. Το σχετικό επεισόδιο παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο, VI.38. Εδώ η σκέψη μεταφέρεται στην πλευρά αυτού που ρίχνει τη σκιά: ο ομιλητής αναρωτιέται πώς θα εξακολουθήσει να σκοτίζει τους άλλους με την παρουσία του. Η σύνδεση τεκμηριώνεται από τη δήλωση του ποιητή· δεν χρειάζεται να υποθέσουμε πρόσθετες ιστορικές αναφορές.

Αναδύεται έτσι μια αυτοειρωνική δυνατότητα. Η σκιά που τον ανακουφίζει μπορεί να επιβαρύνει τον περίγυρο. Το ποίημα αφήνει να συνυπάρξουν η ανάγκη να καταλαμβάνουμε χώρο και η επίγνωση ότι ο χώρος αυτός αγγίζει άλλους. Δεν προκύπτει υποχρεωτικά αυτοκαταδίκη· προκύπτει αμφισημία της παρουσίας.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, VI.38 · Perseus Digital Library ↗

05

Μια απώλεια χωρίς κοινωνικό λεξιλόγιο

με αγγελίες και δακρύβρεχτους λόγους στον Τύπο και στις γειτονιές, του κάκου.

Η αναζήτηση μεταφέρεται για λίγο στη δημόσια σφαίρα. Οι αγγελίες, ο Τύπος και οι γειτονιές είναι συνηθισμένοι δρόμοι κοινοποίησης μιας εξαφάνισης. Η εφαρμογή τους στην απώλεια μιας σκιάς δημιουργεί κωμική δυσαναλογία: ο ομιλητής διαθέτει πρακτικά μέσα, αλλά το αίτημά του δεν μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί ως σοβαρό.

Το «δακρύβρεχτους» επιτρέπει να ακούσουμε μια επίγνωση της ίδιας του της ρητορείας. Σχεδιάζει τον θρήνο και ταυτόχρονα προβλέπει την αποτυχία του. Το σύντομο «του κάκου» ακυρώνει την εκτενή υποθετική κίνηση, ενώ το αυτοτελές «Κανείς δε θα με πάρει σοβαρά» την κλείνει σαν κοινωνική ετυμηγορία.

Δεν διαβάζουμε μια πραγματική απόρριψη που έχει ήδη συμβεί. Ο ποιητικός ομιλητής την προεξοφλεί. Αυτή η διάκριση έχει σημασία: η μοναξιά του συγκροτείται και από την προσδοκία ότι η εμπειρία του δεν θα γίνει πιστευτή. Το χιούμορ δεν διαλύει την αγωνία· αποκαλύπτει την αδυναμία να τη μοιραστεί.

06

Η βεβαιότητα που ζητά απάντηση

Εγώ -ποτέ- δε χάθηκα! Έτσι δεν είναι;

Η τροφή και η ανάγνωση συνθέτουν ένα μικρό καθημερινό καταφύγιο: συντήρηση του σώματος και συνέχιση της πνευματικής δραστηριότητας. Ωστόσο, ο ομιλητής δεν αφηγείται ότι έφαγε ή διάβασε. Λέει «θα μπορώ». Η ικανότητα προβάλλεται ως προσδοκία και χρειάζεται ήδη επιβεβαίωση. Το «σίγουρα» και το πρώτο «Έτσι δεν είναι;» συνυπάρχουν σε εύθραυστη ισορροπία.

Το δεύτερο «Έτσι δεν είναι;» ακολουθεί μια ακόμη ισχυρότερη διαβεβαίωση. Το «Εγώ» προτάσσεται, το «ποτέ» απομονώνεται ανάμεσα στις παύλες και το θαυμαστικό δηλώνει ένταση. Όμως η ερώτηση μετατρέπει αμέσως την αυτοβεβαίωση σε αίτημα επικύρωσης. Η επανάληψη δεν παραμένει ίδια: την πρώτη φορά αφορά το τι μπορεί να κάνει, τη δεύτερη το αν παραμένει παρών.

Σύμφωνα με τον δημιουργό, η δήλωση σημαίνει «είμαι εδώ, σκέφτομαι και μιλάω». Η φωνή λειτουργεί ως απόπειρα τεκμηρίωσης της παρουσίας. Μπορούμε να μιλήσουμε για επιτελεστική αυτοβεβαίωση: η ίδια η εκφορά επιχειρεί να πραγματοποιήσει αυτό που δηλώνει. Το ποίημα, πάντως, δεν εξάγει φιλοσοφικό συμπέρασμα από τη σκέψη· δραματοποιεί το ότι η βεβαιότητα της ομιλίας δεν αρκεί για να κατευνάσει τον ομιλητή.

07

Το αραιό βήμα και η μνήμη του είναι

Μην κι αραιοπατώ στην πλάση ως... ως φάντασμα;

Τα διαδοχικά «Μην» εισάγουν φοβικές υποθέσεις. Η απώλεια της σκιάς έχει πλέον μεταβληθεί σε πιθανή ένδειξη ότι ο ίδιος ο ομιλητής δεν είναι ζωντανός. Τα «ίσως» και «τυχόν» λειτουργούν σαν μικρές αναβολές απέναντι στην τρομακτική διατύπωση. Η επανάληψη του «ως» δείχνει μια λέξη που δυσκολεύεται να φτάσει στο ουσιαστικό της.

Ο ποιητής όρισε το «αραιοπατώ» ως το ακανόνιστο, αραιό περπάτημα ενός φαντάσματος. Η λέξη δίνει χρονική ασυνέχεια στην κίνηση: τα βήματα δεν ακολουθούν πια μια αυτονόητη σταθερότητα. Το προηγούμενο «ασταθής» αποκτά έτσι έναν μεταγενέστερο αντίλαλο. Η σωματική απώλεια ισορροπίας προετοιμάζει τη φανταστική υπόθεση μιας άλλης μορφής παρουσίας.

Στην «ανάμνηση του είναι μου» το υποκείμενο φαντάζεται ότι έχει απομείνει ως μνήμη της προηγούμενης ύπαρξής του. Δεν κατονομάζεται κάποιος άλλος που το θυμάται. Αυτή η αφαίρεση αφήνει ανοιχτό το παράδοξο ενός εγώ που βιώνει τον εαυτό του ως υπόλειμμα. Η απότομη λέξη «άξαφνα» αντιπαρατίθεται στις ώρες της αναζήτησης: μια πιθανή στιγμιαία διαγραφή παράγει παρατεταμένη αβεβαιότητα.

08

Ο καθρέφτης ως αναβλημένη δοκιμή

Καλύτερα να ψάξω έναν καθρέφτη, να κοιταχτώ. Μην και -τυχόν- δεν είμαι πια εκεί;

Το «Καλύτερα» επιστρέφει στον πρακτικό λόγο. Μετά τις υποθέσεις, ο ομιλητής προτείνει μια ενέργεια ελέγχου. Όπως διευκρίνισε ο δημιουργός, υποθέτει ότι, αν η απουσία σκιάς σημαίνει πως έχει γίνει πνεύμα, ενδέχεται να μην έχει ούτε είδωλο. Αυτή είναι η λογική του προσώπου μέσα στη φανταστική συνθήκη του ποιήματος, όχι ένας καθολικός κανόνας για όλες τις παραδόσεις περί φαντασμάτων.

Το κείμενο τελειώνει πριν από τη δοκιμή. Δεν μαθαίνουμε αν βρίσκει καθρέφτη, αν κοιτάζεται ή τι βλέπει. Η έκδοση οφείλει να διατηρήσει αυτή την εκκρεμότητα: ακόμη και ένα εικαστικό που θα έδειχνε βέβαιη απουσία ειδώλου θα πρόσθετε αποτέλεσμα που οι στίχοι δεν δίνουν.

Το τελικό «εκεί» συγκεντρώνει την αμφιβολία σε έναν τόπο αναγνώρισης. Ο ομιλητής περιμένει να συναντήσει τον εαυτό του στην εικόνα του. Αντί να κλείνει την αφήγηση, η τελευταία ερώτηση μεταφέρει στον αναγνώστη την αναμονή. Η σκιά και το είδωλο γίνονται δύο εξωτερικά σημεία στα οποία το εγώ αναζητεί τη δική του συνέχεια.

09

Μια παρτιτούρα δισταγμού

Έτσι δεν είναι;

Η οργάνωση είναι ελευθερόστιχη, με ρυθμό που παράγεται από την αναπνοή, την άνιση έκταση των στροφών, τις επαναλήψεις και τη στίξη. Η προφορικότητα των «μού 'λαχε», «ξωπίσω», «ακούμπαγα» και «μού 'καιγε» συνυπάρχει με τα «ταλανίζει», «πλάση» και «είναι μου». Η μετατόπιση του λεξιλογίου συνοδεύει τη μετάβαση από το καθημερινό συμβάν στο ερώτημα της ύπαρξης.

Το «Χάθηκε» επανέρχεται ως εμφατικό γεγονός, ενώ το «Έτσι δεν είναι;» γίνεται επωδός αμφιβολίας. Οι παύλες απομονώνουν διαφορετικές ψυχικές κινήσεις: το «ποτέ» διεκδικεί βεβαιότητα, τα «ίσως» και «τυχόν» προσπαθούν να μετριάσουν τον φόβο. Τα αποσιωπητικά μετά τη σκιά καθυστερούν την ανακοίνωση της απώλειας· μετά το πρώτο «ως» καθυστερούν την ονομασία του φαντάσματος.

Σε μια πιθανή απαγγελία, οι δύο επαναλήψεις του «Έτσι δεν είναι;» μπορούν να έχουν διαφορετικό βάρος: η πρώτη σαν εύλογη υπενθύμιση, η δεύτερη σαν πραγματική αναζήτηση απάντησης. Η πρόταση αυτή είναι ερμηνευτική οδηγία της έκδοσης. Δεν επιβάλλει έναν μοναδικό τρόπο εκφοράς ούτε απαιτεί θεατρική υπερβολή.

10

Τι κερδίζει και τι διακινδυνεύει το ποίημα

Χάθηκε κι έμεινα ασταθής.

Η ισχυρότερη ιδιοτυπία βρίσκεται στη σκιά ως στήριγμα και στη διπλή της λειτουργία: ανακουφίζει τον ίδιο άνθρωπο που, χάρη σε αυτήν, σκοτίζει άλλους. Η εξέλιξη από την απώλεια ενός οικείου ίχνους στην αμφιβολία για τον φορέα του δίνει συνεκτική δραματουργία. Το ανοιχτό τέλος διατηρεί την ένταση χωρίς να απαιτεί μια εντυπωσιακή αποκάλυψη.

Υπάρχει και ένα αισθητικό ρίσκο. Οι πολλές ερωτήσεις και οι ρητές λέξεις «ζωντανός», «φάντασμα», «ύπαρξη» κατευθύνουν έντονα την ανάγνωση. Ένας αναγνώστης που προτιμά μεγαλύτερη υπαινικτικότητα μπορεί να νιώσει ότι η αγωνία κατονομάζεται εκτενώς. Εδώ, ωστόσο, αυτή η ρητότητα υπηρετεί την προφορική αυτοεξέταση: ακούμε μια σκέψη καθώς προσπαθεί διαδοχικά να διαψεύσει τον φόβο της.

Μια υπαρξιακή ανάγνωση είναι καλά στηριγμένη στο κείμενο. Μια κοινωνική ανάγνωση βρίσκει έρεισμα στο «σκοτίζω» και στην προβλεπόμενη δυσπιστία των άλλων. Η ταύτιση της σκιάς με κάποια συγκεκριμένη ψυχολογική θεωρία, προσωπική εμπειρία ή κρυφό πρόσωπο θα απαιτούσε στοιχεία που δεν έχουν δοθεί. Η μελέτη κρατά αυτή τη διάκριση και αφήνει το ποιητικό πρόσωπο να παραμείνει πρόσωπο της αφήγησης.

Ο διάλογος της έκδοσης

Οι διευκρινίσεις του ποιητή

  1. Η αναφορά στον Διογένη και στην παράκλησή του προς τον Αλέξανδρο να μην του κόβει το φως ήταν συνειδητή κατά τη γραφή του «σκοτίζω».
  2. Το «Εγώ -ποτέ- δε χάθηκα!» δηλώνει, κατά τη διευκρίνιση του ποιητή, την παρουσία ενός προσώπου που σκέφτεται και μιλά.
  3. Το «αραιοπατώ» αποδίδει το ακανόνιστο, αραιό περπάτημα ενός φαντάσματος.
  4. Ο ομιλητής υποθέτει ότι, αν έχει γίνει πνεύμα και γι’ αυτό δεν έχει σκιά, μπορεί να μην έχει ούτε είδωλο. Το ποίημα δεν παρουσιάζει το αποτέλεσμα του ελέγχου.

Παράφραση των διευκρινίσεων του Παναγιώτη Μ. Κατωπόδη στον διάλογο της 16ης Οκτωβρίου 2026. Οι υπόλοιπες ερμηνευτικές προεκτάσεις, η μορφολογική ανάλυση και η κριτική αποτίμηση αποτελούν εργασία του ChatGPT.

Μικρό λεξιλόγιο της ανάγνωσης
Προσωποποίηση
Η απόδοση σχέσεων και ιδιοτήτων προσώπου σε κάτι μη ανθρώπινο: εδώ η σκιά ως πιστός ακόλουθος.
Διασκελισμός
Η συνέχιση μιας συντακτικής ενότητας πέρα από το τέλος του στίχου, όπως πριν από το «ακόλουθό μου».
Επωδός
Μια φράση που επανέρχεται και οργανώνει τον ρυθμό ή τη σημασία: εδώ το «Έτσι δεν είναι;».
Φαινομενολογική ανάγνωση
Προσοχή στον τρόπο που βιώνονται το σώμα, ο χώρος και η παρουσία, πριν από μια εξωτερική εξήγηση της εμπειρίας.
Οντολογικό ερώτημα
Ερώτημα για το είναι και τον τρόπο ύπαρξης: εδώ αν ο ομιλητής παραμένει ζωντανός και παρών.
Επιτελεστική αυτοβεβαίωση
Μια εκφορά που επιχειρεί με την ίδια την πράξη της να επιβεβαιώσει τον ομιλητή: «είμαι εδώ, σκέφτομαι και μιλάω».
Ερμηνευτική εκκρεμότητα
Η διατήρηση περισσότερων από μίας δυνατών απαντήσεων, επειδή το κείμενο δεν τις επιλύει.
Πηγές και σημείωμα έκδοσης

Πρωτογενές υλικό: το ελληνικό ποίημα και οι διευκρινίσεις του δημιουργού στον διάλογο της 16ης Οκτωβρίου 2026. Η παρούσα έκδοση εντάσσεται στο Φθινόπωρο 2026 του Καταλόγου Έργων.

Ιστορική αναφορά: Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, VI.38, αγγλική μετάφραση R. D. Hicks, Perseus Digital Library. Η παραπομπή αφορά το παραδιδόμενο επεισόδιο της συνάντησης με τον Αλέξανδρο.

Η ανάλυση είναι ερμηνευτική μελέτη του κειμένου. Ο ποιητικός ομιλητής δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον βιογραφικό δημιουργό. Οι πέντε μεταφράσεις συντάχθηκαν για αυτή την έκδοση από το ChatGPT· οι ξενόγλωσσοι υπότιτλοι είναι επεξηγηματικοί.

Το κεντρικό εικαστικό δημιουργήθηκε με το Imagegen. Η εικαστική οδηγία ζητούσε μια φωτισμένη μαρμάρινη πλατεία, αρχιτεκτονικές σκιές και έναν άνθρωπο χωρίς τη δική του σκιά. Η σκηνή δεν εικονογραφεί την έκβαση της αναζήτησης του καθρέφτη.

04 / Πέντε πλήρεις μεταφράσεις

Η ίδια ερώτηση.
Σε άλλες γλώσσες.

Λογοτεχνικές αποδόσεις κοντά στο πρωτότυπο, με διατήρηση των στροφών, των επαναλήψεων και του ανοιχτού τέλους. Ο τίτλος μεταγράφεται και συνοδεύεται από επεξηγηματικό υπότιτλο.

Επιλεγμένη γλώσσα: Αγγλικά

Ελληνικά

Ασκιαφορία

Παναγιώτης Μ. Κατωπόδης

Πάγωσε το αίμα μου. Άναυδος έμεινα. Τί ήταν αυτό που μού 'λαχε; Έχασα από ξωπίσω μου τον πιο πιστό ακόλουθό μου. Η σκιά μου... Χάθηκε! Και πάνε τώρα ώρες που την ψάχνω. Χάθηκε κι έμεινα ασταθής. Πάνω της έγερνα κι ακούμπαγα, όταν ο ήλιος μού 'καιγε τα μάτια. Χωρίς αυτήν πώς θα σκοτίζω τα σοκάκια, τους τοίχους, τα μάρμαρα, κι αυτούς ακόμα τους ανθρώπους, με την παρουσία μου; Και να βγω να την αναζητήσω με αγγελίες και δακρύβρεχτους λόγους στον Τύπο και στις γειτονιές, του κάκου. Κανείς δε θα με πάρει σοβαρά. Μα κι έτσι, χωρίς αυτήν, σίγουρα θα μπορώ να τραφώ, και να διαβάσω. Έτσι δεν είναι; Εγώ -ποτέ- δε χάθηκα! Έτσι δεν είναι; Μα ένα πράγμα ταλανίζει το νου μου: μην -ίσως- και δεν είμαι ζωντανός; Μην κι αραιοπατώ στην πλάση ως... ως φάντασμα; Μην έσβησε η ύπαρξή μου άξαφνα, κι ανάμνηση του είναι μου τώρα απομένω; Καλύτερα να ψάξω έναν καθρέφτη, να κοιταχτώ. Μην και -τυχόν- δεν είμαι πια εκεί;

Αγγλικά

Askiaforia

Without a shadow

My blood ran cold. I stood speechless. What was this that had befallen me? I lost from behind me my most faithful follower. My shadow... Gone! And for hours now I have been looking for it. It vanished and left me unsteady. I would lean on it and rest, when the sun burned my eyes. Without it, how will I darken the alleyways, the walls, the marble, and even the people themselves, with my presence? And even if I go out looking for it with notices and tearful appeals in the press and through the neighbourhoods, all in vain. No one will take me seriously. But even so, without it, surely I will still be able to eat, and read. Isn’t that so? I—never—went missing! Isn’t that so? But one thing torments my mind: could it be—perhaps—that I am not alive? Could I be treading this world in uneven, scattered steps as... as a ghost? Could my existence have suddenly gone out, and a memory of my being be all that I now remain? Better look for a mirror, to look at myself. What if—by some chance—I am no longer there?

Ο τίτλος διατηρείται ως Askiaforia και συνοδεύεται από επεξηγηματικό υπότιτλο. Το darken κρατά τη σκίαση και τη μεταφορική επιβάρυνση. Το uneven, scattered steps αποδίδει την αραιή, ακανόνιστη κίνηση του «αραιοπατώ». Η επανάληψη του Isn’t that so? διατηρεί τη μετατόπιση από την αυτοκαθησύχαση στην αμφιβολία.

Όλες οι μεταφράσεις σε συνεχή ανάγνωση

Αγγλικά

Askiaforia

Without a shadow

My blood ran cold. I stood speechless. What was this that had befallen me? I lost from behind me my most faithful follower. My shadow... Gone! And for hours now I have been looking for it. It vanished and left me unsteady. I would lean on it and rest, when the sun burned my eyes. Without it, how will I darken the alleyways, the walls, the marble, and even the people themselves, with my presence? And even if I go out looking for it with notices and tearful appeals in the press and through the neighbourhoods, all in vain. No one will take me seriously. But even so, without it, surely I will still be able to eat, and read. Isn’t that so? I—never—went missing! Isn’t that so? But one thing torments my mind: could it be—perhaps—that I am not alive? Could I be treading this world in uneven, scattered steps as... as a ghost? Could my existence have suddenly gone out, and a memory of my being be all that I now remain? Better look for a mirror, to look at myself. What if—by some chance—I am no longer there?

Ο τίτλος διατηρείται ως Askiaforia και συνοδεύεται από επεξηγηματικό υπότιτλο. Το darken κρατά τη σκίαση και τη μεταφορική επιβάρυνση. Το uneven, scattered steps αποδίδει την αραιή, ακανόνιστη κίνηση του «αραιοπατώ». Η επανάληψη του Isn’t that so? διατηρεί τη μετατόπιση από την αυτοκαθησύχαση στην αμφιβολία.

Γαλλικά

Askiaforia

Sans ombre

Mon sang s’est glacé. Je suis resté sans voix. Qu’est-ce qui venait de m’arriver ? J’ai perdu, derrière moi, mon plus fidèle compagnon de route. Mon ombre... Disparue ! Et voilà des heures maintenant que je la cherche. Elle a disparu et m’a laissé chancelant. Je me penchais sur elle et y prenais appui, quand le soleil me brûlait les yeux. Sans elle, comment vais-je assombrir les ruelles, les murs, les marbres, et jusqu’à ces êtres humains, par ma présence ? Et même si je pars à sa recherche avec des annonces et des appels éplorés dans la presse et les quartiers, ce sera en vain. Personne ne me prendra au sérieux. Mais même ainsi, sans elle, sûrement je pourrai me nourrir, et lire. N’est-ce pas ? Moi, je n’ai—jamais—disparu ! N’est-ce pas ? Mais une chose me tourmente l’esprit : se pourrait-il—peut-être—que je ne sois pas vivant ? Se pourrait-il que je parcoure le monde à pas espacés, irréguliers, comme... comme un fantôme ? Se pourrait-il que mon existence se soit éteinte soudain, et que, souvenir de mon être, je subsiste à présent ? Mieux vaut chercher un miroir, pour me regarder. Et si—par hasard—je n’étais plus là ?

Το assombrir επιτρέπει τη μετάβαση από τη φυσική σκιά στη σκοτεινή επίδραση μιας παρουσίας. Το à pas espacés, irréguliers αναπτύσσει τον πυκνό ελληνικό σχηματισμό «αραιοπατώ». Το là στο τέλος διατηρεί τον συγκεκριμένο τόπο της αναμενόμενης αναγνώρισης.

Γερμανικά

Askiaforia

Ohne Schatten

Mir gefror das Blut. Sprachlos stand ich da. Was war mir da widerfahren? Hinter meinem Rücken verlor ich meinen treuesten Begleiter. Mein Schatten... Verschwunden! Und seit Stunden schon suche ich ihn. Er verschwand, und ich verlor meinen Halt. Ich neigte mich zu ihm und stützte mich auf ihn, wenn die Sonne mir die Augen verbrannte. Wie soll ich ohne ihn die Gassen, die Mauern, den Marmor und sogar die Menschen selbst mit meiner Gegenwart verdunkeln? Und selbst wenn ich nach ihm suchen gehe, mit Anzeigen und tränenreichen Aufrufen in der Presse und in den Vierteln, es wäre vergebens. Niemand wird mich ernst nehmen. Doch auch so, ohne ihn, werde ich gewiss noch essen und lesen können. Ist es nicht so? Ich bin—nie—verschwunden! Ist es nicht so? Doch eines quält meinen Sinn: bin ich—vielleicht—gar nicht am Leben? Gehe ich womöglich in vereinzelten, unregelmäßigen Schritten durch die Welt, als... als Gespenst? Ist meine Existenz womöglich plötzlich erloschen, und als Erinnerung an mein Sein bleibe ich nun zurück? Besser, ich suche einen Spiegel, um mich anzusehen. Bin ich—womöglich—gar nicht mehr dort?

Το verdunkeln κρατά την κυριολεκτική και τη μεταφορική δυνατότητα του «σκοτίζω». Το in vereinzelten, unregelmäßigen Schritten ακολουθεί τη διευκρίνιση του δημιουργού για το περπάτημα. Η τελική λέξη dort αντιστοιχεί στο «εκεί», χωρίς να αναγγέλλει τι δείχνει ο καθρέφτης.

Ισπανικά

Askiaforia

Sin sombra

Se me heló la sangre. Me quedé sin habla. ¿Qué era aquello que me había ocurrido? Perdí, a mis espaldas, a mi más fiel seguidor. Mi sombra... ¡Desapareció! Y ya llevo horas buscándola. Desapareció y me dejó sin equilibrio. Me inclinaba sobre ella y me apoyaba, cuando el sol me quemaba los ojos. Sin ella, ¿cómo voy a oscurecer los callejones, las paredes, los mármoles, e incluso a las personas mismas, con mi presencia? Y aunque salga a buscarla con anuncios y llamamientos lacrimosos en la prensa y por los barrios, será en vano. Nadie me tomará en serio. Pero aun así, sin ella, seguro que podré alimentarme, y leer. ¿No es así? ¡Yo—nunca—desaparecí! ¿No es así? Pero una cosa atormenta mi mente: ¿no será—quizá—que no estoy vivo? ¿No será que ando por el mundo con pasos espaciados e irregulares, como... como un fantasma? ¿No será que mi existencia se apagó de repente, y como recuerdo de mi ser permanezco ahora? Mejor buscar un espejo, para mirarme. ¿Y si—por casualidad—ya no estoy allí?

Το oscurecer διατηρεί το βάρος της παρουσίας που σκοτεινιάζει. Η κίνηση του «αραιοπατώ» αποδίδεται ως pasos espaciados e irregulares. Το ¿No es así? επανέρχεται αυτούσιο, όπως το ελληνικό ερώτημα. Ο τίτλος παραμένει αμετάφραστος, με περιγραφικό υπότιτλο.

Ρωσικά

Аскиафория

Без тени

Кровь застыла у меня в жилах. Я остался без слов. Что же это со мной случилось? Я потерял за спиной самого верного своего спутника. Моя тень... Исчезла! И вот уже несколько часов я её ищу. Она исчезла, и я потерял опору. Я склонялся к ней и опирался на неё, когда солнце жгло мне глаза. Как же без неё я буду омрачать переулки, стены, мрамор и даже самих людей своим присутствием? И пусть я отправлюсь искать её с объявлениями и слезливыми призывами в газетах и по кварталам — всё напрасно. Никто не примет меня всерьёз. Но и так, без неё, я ведь наверняка смогу есть и читать. Разве не так? Я-то—никогда—не исчезал! Разве не так? Но одна мысль терзает мой ум: а вдруг—быть может—я не живой? Вдруг я шагаю по свету редкими, неровными шагами, как... как призрак? Вдруг моё существование внезапно угасло, и лишь воспоминанием о собственном бытии я остаюсь теперь? Лучше поискать зеркало, посмотреть на себя. А вдруг—случайно—меня там уже нет?

Το омрачать επιτρέπει τη σκίαση του χώρου και τη μεταφορική επιβάρυνση των ανθρώπων. Το редкими, неровными шагами μεταφέρει το ακανόνιστο, αραιό βήμα. Η ίδια ερώτηση Разве не так? επανέρχεται και η τελευταία φράση διατηρεί το χωρικό «εκεί» ως там.

Πριν από το κοίταγμα

Μην και -τυχόν-
δεν είμαι πια εκεί;
Επιστροφή στο ποίημα ↑